Ως ένα «εμβληματικό έργο» που θα στηρίξει την ευρωπαϊκή αμυντική ετοιμότητα και θα καταστήσει την ΕΕ ισχυρότερο σύμμαχο εντός του ΝΑΤΟ χαρακτήρισε την ελληνοπολωνική πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό σύστημα αεράμυνας ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ στη συνέντευξη που παραχώρησε στα «ΝΕΑ» και σε ομάδα ανταποκριτών ευρωπαϊκών εντύπων στις Βρυξέλλες. Η ενίσχυση της άμυνας αποτελεί, άλλωστε, μία εκ των τριών προτεραιοτήτων της στρατηγικής ατζέντας της ΕΕ για τα επόμενα πέντε χρόνια, την οποία θα παρουσιάσει ο Μισέλ στους 27 στην κρίσιμη συνάντηση κορυφής στις 27-28 Ιουνίου, στην οποία οι ευρωπαίοι ηγέτες θα κληθούν επίσης να ορίσουν τους προέδρους των θεσμικών οργάνων για τον επόμενο πενταετή κύκλο. Εκτιμώντας ότι η διαδικασία «δεν θα είναι εύκολη», ο Μισέλ τόνισε ότι είναι «καθήκον» των ηγετών να την ολοκληρώσουν μέχρι το τέλος Ιουνίου.

«Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι θεμελιώδεις διότι είναι καθήκον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να τοποθετήσει την ΕΕ σε σταθερή πορεία για τα επόμενα πέντε χρόνια. Δύο σημαντικές αποφάσεις πρέπει να λάβουμε τον Ιούνιο. Πρώτον, για τη στρατηγική ατζέντα, που θα είναι η ραχοκοκαλιά για το επόμενο πρόγραμμα των 27», τόνισε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, συμπληρώνοντας ότι θα περιλαμβάνει τρεις προτεραιότητες, τις δημοκρατικές αξίες, την ενίσχυση της οικονομίας, καθώς και της άμυνας και ασφάλειας.

«Δεύτερον, μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές θα αποφασίσουμε για την ομάδα που θα είναι υπεύθυνη για τους θεσμούς. Θα χρειαστεί συζήτηση και απόφαση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εχω ξεκινήσει διμερείς διαβουλεύσεις για αυτά τα δύο θέματα και θα συνεχιστούν πριν και μετά τις εκλογές, διότι οι εκλογές θα παίξουν έναν ρόλο. Είναι καθήκον μας να λάβουμε μια απόφαση μέχρι το τέλος Ιουνίου», τόνισε, επεξηγώντας ότι μια πρώτη συζήτηση μεταξύ των 27 θα γίνει στο άτυπο δείπνο στις 17 Ιουνίου, με απώτερο στόχο να ληφθούν αποφάσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 27-28 Ιουνίου, στόχο που, όπως είπε απαντώντας σε ερώτηση των «ΝΕΩΝ», συμμερίζονται οι ηγέτες. «Δεν θα είναι εύκολο, αλλά τουλάχιστον έχουμε συμφωνήσει ότι χρειαζόμαστε μια συμφωνία μέχρι το τέλος του Ιουνίου. Δεν βλέπω κανέναν να το αμφισβητεί».

Επικεντρώνοντας στην προτεραιότητα ενίσχυσης της άμυνας και απαντώντας σε έτερο ερώτημα των «ΝΕΩΝ» για την ελληνοπολωνική πρόταση, είπε: «Η πρόταση των πρωθυπουργών της Ελλάδας και της Πολωνίας στηρίζει την ιδέα ότι χρειάζεται να επενδύσουμε περισσότερα στην άμυνα, να έχουμε λιγότερο κατακερματισμό. Το σύστημα αεράμυνας είναι χρήσιμο για να ενισχύσουμε τις ικανότητές μας και είναι σύμφωνο με την προσέγγιση του ΝΑΤΟ». Επισημαίνοντας ότι «ένα τέτοιο εμβληματικό έργο είναι καλό για την ΕΕ, θα ενίσχυε την αμυντική μας ετοιμότητα, θα σήμαινε περισσότερη επιρροή στη μοίρα μας, αλλά και ότι είμαστε ισχυρότερος σύμμαχος», επανέλαβε ότι είναι συνεπές με το ΝΑΤΟ.

«Ποτέ δεν υπήρξε πειρασμός να επικαλύψουμε τη δομή του ΝΑΤΟ», είπε. Συνέστησε επιπλέον ότι τέτοια εμβληματικά έργα μπορούν να αναπτυχθούν επίσης στον τομέα του κυβερνοχώρου και του Διαστήματος. Εκτίμησε, μάλιστα, όσον αφορά το ζήτημα της χρηματοδότησης ότι «μπορεί να δούμε σύντομα πολιτική πρόοδο» καθώς υπάρχει, όπως είπε, συναίνεση μεταξύ των 27 για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η ΕΤΕπ. Εξέφρασε την ελπίδα ότι μπορεί να προχωρήσει και η Ενωση Κεφαλαιαγοράς, ενώ, όπως είπε, η ΕΕ αναζητεί επίσης νέες καινοτόμες μεθόδους χρηματοδοτήσεων. «Μπορεί να μην υπάρχει συμφωνία για τα ευρωομόλογα, αλλά η Κομισιόν έχει λάβει εντολή να εξετάσει πιθανούς καινοτόμους τρόπους χρηματοδοτήσεων», είπε. Τονίζοντας ότι «η άμυνα και η ασφάλεια δεν είναι πλέον ταμπού», εκτίμησε ότι θα γίνει μια «σοβαρή συζήτηση για το μέγεθος του προϋπολογισμού», εφόσον η Ευρώπη στοχεύει σε κοινές προτεραιότητες που περιλαμβάνουν από το κλίμα και την ψηφιοποίηση μέχρι την άμυνα, ενώ επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει «ισχυρή φιλοδοξία» στη συνοχή, την αλληλεγγύη, τη γεωργία.

Σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της επιλογής των επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών για τον επόμενο θεσμικό κύκλο και κυρίως σε Κομισιόν και Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, χαρακτήρισε την απόφαση «περίπλοκη». Οχι μόνο εξαιτίας του προηγούμενου, που δημιουργήθηκε πριν από πέντε χρόνια, όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επέλεξε τη Φον ντερ Λάιεν για πρόεδρο της Κομισιόν, παρακάμπτοντας τη διαδικασία του επικεφαλής υποψηφίου, αλλά και λόγω του αντικτύπου των ευρωπαϊκών εκλογών στο Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο θα κληθεί μετά την πρόταση των 27 ηγετών να εγκρίνει τις επιλογές. «Είναι πολύπλοκο, χρειάζονται ισορροπίες, υπάρχουν διάφορες λειτουργίες, η απόφαση δεν είναι εύκολη», είπε, εκφράζοντας, πάντως, επιφυλάξεις όσον αφορά την αρχή του επικεφαλής υποψηφίου (spitzenkandidat), επικαλούμενος το άρθρο 17 των ευρωπαϊκών συνθηκών, το οποίο «επιμένει στην ανεξαρτησία της Επιτροπής».

Ο Μισέλ δεν θέλησε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα ονόματα, που ενδέχεται να λάβουν τις θέσεις, παρά τις σχετικές επίμονες ερωτήσεις, τονίζοντας ότι στόχος του είναι η όλη διαδικασία να περιλαμβάνει και τους 27 ηγέτες, παρότι πιθανώς υπάρξει δυνατότητα για ενδιάμεσες διαβουλεύσεις μεταξύ ορισμένων ηγετών στο περιθώριο για παράδειγμα της συνάντησης του G7 στην Ιταλία. «Θα διασφαλίσω ότι τα 27 κράτη – μέλη είναι μέρος αυτής της διαδικασίας λήψης αποφάσεων», είπε, τονίζοντας επίσης ότι θα σεβαστεί τις συνθήκες.

Ερωτηθείς αν θα καλέσει τους ηγέτες να ψηφίσουν αν καταστεί αναγκαίο, ο Μισέλ τάχθηκε υπέρ του να υπάρξει «ευρεία συναίνεση», αναγνωρίζοντας ότι στις διαβουλεύσεις θα επιχειρηθεί να υπάρξει ισορροπία πολιτική, γεωγραφική και φύλου όσον αφορά την κατανομή των θέσεων.

Τάχθηκε πάντως υπέρ της τοποθέτησης στο τιμόνι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ατόμου με εμπειρία πρωθυπουργού, ενώ εμφανίστηκε υπέρμαχος του διαχωρισμού των θέσεων προέδρου της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως προβλέπεται από την ευρωπαϊκή Συνθήκη. Απέρριψε, μάλιστα, την ιδέα αλλαγής της. «Θα ήταν λάθος μια αλλαγή της Συνθήκης βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Υπάρχει τεράστια δυναμική στη Συνθήκη της Λισαβόνας για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των θεσμών».

Τόνισε πάντως την ανάγκη να παραμείνει η Επιτροπή «αμερόληπτη», όχι μόνο διότι προβλέπεται από τη Συνθήκη, αλλά και γιατί μπορεί να υπάρξει αντίκτυπος για την υπεράσπιση των συμφερόντων της ΕΕ. Αναφερόμενος μάλιστα στο ζήτημα που είχε προκύψει με τις δηλώσεις Φον ντερ Λάιεν όταν ξέσπασε η σύγκρουση στη Γάζα, είπε ότι «οι δηλώσεις της Κομισιόν έκαναν τη θέση μας δύσκολη, δεν αντιπροσώπευαν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο».

Σχετικά με τις τωρινές εξελίξεις τάχθηκε υπέρ της πρότασης Μπάιντεν για εκεχειρία.