Ο κύριος Αντώνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μέσα στον πόλεμο. Πώς το λέει ο Σαββόπουλος; «Δεκέμβης του ’44 με μια μοτοσικλέτα του ΕΛΑΣ / η μάνα μου ετοιμόγεννη, γυρίζει ο θανατάς / Να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι / έτσι γεννήθηκα στη Σαλονίκη». Κάπως ή ακριβώς έτσι. Από την οικογένεια του πατέρα του είχε αριστερές καταβολές. Η οικογένεια της μάνας του ήταν εθνικόφρονες, όταν μαζευόταν το σόι και έρχονταν στο τσακίρ κέφι τραγουδούσαν το «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα». Ηρθε όμως ο έρωτας, αυτή η υπερέχουσα «ιδεολογία», οι γονείς του παντρεύτηκαν και έφτιαξαν μία καινούργια οικογένεια, σαν μικρογραφία αυτής της πόλης όπου συγκρούονται, ανδρειεύουν αλλά, με κάποιον τρόπο, συμβιώνουν αντίρροπες πεποιθήσεις.

Ο Αντώνης, από μικρός, «μπάταρε» προς τον πατέρα του. Του άρεσε να ακούει τις ιστορίες του για την παλιά πόλη, ειδικά αυτές με τον Αβραάμ Μπεναρόγια που πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη του σοσιαλιστικού και του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Στα κρυφά τις έλεγαν εκείνη τη «φιμωμένη» δεκαετία του 1950 όπως και στα κρυφά διάβαζε τα πρωτοσέλιδα από τις παλιές και προσεκτικά φυλαγμένες εφημερίδες που περιέγραφαν εκείνη την αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1936 που ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο».

Ο Αντώνης μεγάλωσε, έγινε παλικαράκι. Πήγε σε μία σχολή λογιστών αλλά ήταν πάντα κοντά στο φοιτητικό κίνημα. Ούτε θυμάται πια πόσες φορές είχε κατεβεί στους δρόμους για να διατρανώσει το 114, πόσες φορές είχε πετάξει νεράντζια στους αστυνομικούς, πόσες φορές έτρεξε να κρυφτεί για να μην τον «μπουζουριάσουν» – μια δυο δεν τα κατάφερε. Και μετά ήρθε η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και φούντωσαν οι «Λαμπράκηδες», από τους πρώτους ανάμεσά τους ο Αντώνης. Φώναξε, διαμαρτυρήθηκε, διεκδίκησε το 15% για την Παιδεία. Ολα αυτά μέχρι τη χούντα.

Εν τω μεταξύ είχε πιάσει δουλειά στην Τράπεζα. Μέχρι τη Μεταπολίτευση είχε φτιάξει κι αυτός τη δική του οικογένεια. Τώρα πια έχει εγγόνια που κάθε τόσο ταμπουρώνονται στο ΑΠΘ. Προσπαθεί να τους εξηγήσει ότι οι καταστροφές και οι φθορές δεν είναι ούτε Αριστερά ούτε κοινωνική δικαιοσύνη, δεν βαριέσαι, δεν ιδρώνει το αφτί τους. Ο ίδιος έζησε με αυτό που ο πατέρας του έλεγε «περηφάνια του αριστερού». Μια φορά ψήφισε ΠΑΣΟΚ, το 1981, τον είχε συνεπάρει εκείνη η μυθική συγκέντρωση του Ανδρέα Παπανδρέου στην πλατεία Αριστοτέλους, η μεγαλύτερη που είχε γίνει ποτέ στη Θεσσαλονίκη, μπορεί και στην Ελλάδα ολόκληρη. Μια φορά ψήφισε και ΚΚΕ, όλες τις υπόλοιπες ΚΚΕ Εσωτερικού που μετά έγινε Ελληνική Αριστερά που μετά έγινε Συνασπισμός που μετά έγινε ΣΥΡΙΖΑ.

Το 2015 πανηγύρισε την «Πρώτη Φορά Αριστερά», δάκρυσε, μνημόνευσε τον πατέρα του. Οταν είδε τον Τσίπρα να αγκαλιάζεται και να συνεργάζεται με τον ακροδεξιό Καμμένο, κάτι στρίντζωσε μέσα του. Το κατάπιε. Και την υπογραφή των μνημονίων την κατάπιε. Πολλά κατάπιε. Μπούκωσε. Αλλά μια ζωή αριστερός έμαθε να είναι. Δεν ήξερε αλλιώς.

Ο κύριος Αντώνης τα τελευταία χρόνια δεν πήγαινε σε πολιτικές συγκεντρώσεις. Ο ίδιος μεγάλωσε, η πολιτική τον είχε απογοητεύσει. Τώρα τελευταία έμαθε μάλιστα ότι λέγεται μετα-πολιτική. Δεν ξέρει ακριβώς τι είναι, δεν καταλαβαίνει αλλά, τέλος πάντων, πολιτική είναι ακόμη. Και προχθές αποφάσισε να πάει στη συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ. Να δει και να ακούσει κι αυτόν τον καινούργιο, τον Κασσελάκη.

Και τον άκουσε και τον είδε. Εναν τύπο που διακηρύσσει, με έπαρση, ως αριστεροσύνη το να δημοσιοποιεί τα, γραμμένα από τον ίδιον, περιουσιακά του στοιχεία και να θεωρεί ότι αυτό σημαίνει πόθεν έσχες. Κάποιον που έχει δάνεια από Τράπεζες σχεδόν δύο εκατομμύρια εκ των οποίων οι σαράντα χιλιάδες ευρώ σε πιστωτικές κάρτες. Μα σε πιστωτικές κάρτες; Κι από κάτω κάποιοι να χειροκροτούν. Τι ακριβώς; Τα χρέη του αρχηγού; Ή τα πολυτελή αυτοκίνητα; Τους ξέρει αυτούς τους τύπους από τότε που δούλευε στην Τράπεζα.

Ο κύριος Αντώνης έφυγε από τη συγκέντρωση με το κεφάλι σκυμμένο. Οχι μωρέ, κουρασμένος ήταν. Τα βήματά του τον έφεραν στο σημείο που έγινε η δολοφονική επίθεση στον Λαμπράκη. Βούρκωσε. Οχι μωρέ, ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι του.