«Από την πρώτη ημέρα που έγινε το κακό νιώθω πολύ άσχημα. Περίμενα κάθε ημέρα πότε θα έρθετε να με βρείτε», ήταν τα πρώτα λόγια του 39χρονου δολοφόνου στους αστυνομικούς, όταν τον συνέλαβαν για τη δολοφονία της 63χρονης στη Χαλκίδα, στις 10 Μαΐου. Επί 24 ημέρες έπαιζε θέατρο και δεν αποκάλυπτε ότι εκείνος ήταν που μαχαίρωσε την άτυχη γυναίκα.

Άνοιξα την πόρτα και ξαφνικά είδα από πίσω την κυρία Μαρία όρθια με το “πι” .Τότε τα έχασα, θόλωσα και σκέφτηκα “με πιάσανε”. Τράβηξα την κυρία Μαρία από το χέρι και την έσπρωξα από τις σκάλες. Αυτή έπεσε περίπου μέχρι τη μέση της σκάλας .Το “πι” έμεινε έξω από την πόρτα. Εκείνη φώναζε: “Βοήθεια, Σταύρο, τι κάνεις; Σταύρο, σε αγαπάω”. Τότε πήγα στην κουζίνα, άνοιξα τα συρτάρια και πήρα ένα μαχαίρι που βρήκα. Θυμάμαι ήταν μεγάλο. Κατέβηκα, έσπρωξα ξανά την κυρία Μαρία και έφτασε στο τελευταίο σκαλί.

Η «Ζούγκλα» φέρνει στο φως όλη την προανακριτική του κατάθεση. Ο 39χρονος περιέγραψε αρχικά στους αστυνομικούς τη σχέση του με την κόρη του θύματος, την οποία γνωρίζει από παιδί, όπως και την οικογένειά της. Στη συνέχεια μίλησε για την οικονομική του κατάσταση:

«Τα τελευταία χρόνια τα οικονομικά μου δεν πάνε και πολύ καλά. Υπάρχουν περίοδοι που δύσκολα τα φέρνω βόλτα. Όλα αυτά ξεκίνησαν όταν άρχισα να παίζω τζόγο, στοίχημα στο ίντερνετ. Υπήρχαν περίοδοι που έχανα πολλά λεφτά στο στοίχημα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αφήνω απλήρωτους λογαριασμούς και οι επόμενοι να έρχονται διπλοί και μετά το πράγμα δεν μαζευόταν. Για να καταλάβετε, μου είχαν κόψει και το ρεύμα και το σύνδεσα μόνος μου».

Ο 39χρονος στη συνέχεια της κατάθεσής του αναφέρει ότι μία «συγγνώμη» δεν αρκεί για αυτά που έκανε και περιγράφει τι έγινε τη μοιραία ημέρα. Είχε πάει για καφέ με την κόρη του θύματος και εκείνη του μιλούσε για τη μαμά της.

«Μου είπε ότι έχει άτομο να την προσέχει όσο εκείνη είναι στη δουλειά και ότι αφήνει το κλειδί του σπιτιού μέσα σε μία γλάστρα. Πιο παλιά μου είχε πει ότι μάζευε κάτι οικονομίες στο σπίτι. Όπως σας είπα ήμουν σε κακή οικονομική κατάσταση, σκέφτηκα ότι αν έπαιρνα τα χρήματα που είχε η Ν. στο σπίτι θα με βοηθούσε έστω και λίγο».

«Σκέφτηκα ότι θα ήταν εύκολο και δεν θα με καταλάβαινε κανείς»

Όταν ο δολοφόνος και η κόρη του θύματος έφυγαν, ο 39χρονος έβαλε μπροστά το σχέδιό του. Είχε επισκεφτεί το σπίτι και το Πάσχα, όπως είπε και γνώριζε ότι η κυρία Μαρία ήταν κατάκοιτη σχεδόν, στο κρεβάτι. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν εύκολο και δεν θα με καταλάβαινε κανείς», ισχυρίστηκε στους αστυνομικούς.

Έφτασε στο σπίτι, πήρε το κλειδί από τη γλάστρα και το έβαλε στην πόρτα.

Μου μίλαγε ακόμα και επειδή είχα φοβηθεί ότι θα μας ακούσουν τη χτύπησα με το μαχαίρι στο λαιμό στο πλάι, αρκετές φορές για να σταματήσει. Δεν θυμάμαι πόσες φορές τη χτύπησα. Μόλις σταμάτησε να μιλάει, γύρισα στο διαμέρισμα και έψαξα για τα λεφτά».

Τα χρήματα, όπως περιγράφει, τα βρήκε σε ένα κουτί του Nescafe σε ντουλάπα. Τα πήρε, ενώ έβγαλε έξω από συρτάρια και τα χρυσαφικά του θύματος.

«Δεν ήξερα τι να κάνω. Βγήκα από το σπίτι, έβαλα ξανά τα κλειδιά στη θέση τους στη γλάστρα, πήρα μαζί μου το μαχαίρι και έφυγα με το αμάξι μου. Πήγα στο σπίτι μου. Έκατσα λίγο και κάπνισα, καθώς δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που είχα κάνει».

Ο 39χρονος, παρά τη δολοφονία που έχει διαπράξει, φεύγει στη συνέχεια από το σπίτι και πετάει το μαχαίρι σε κάδο απορριμμάτων, σε ένα παλιό εργοστάσιο. Η συμπεριφορά του στη συνέχεια είναι απόλυτα φυσιολογική.

«Πήγα για κούρεμα και πήρα και την ασφάλεια για το αμάξι. Τα ρούχα μου δεν λερώθηκαν καθόλου από το αίμα. Δυστυχώς έτσι έγιναν τα πράγματα».