Η απόφαση του Εμανουέλ Μακρόν να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές για τις 30 Ιουνίου, ύστερα από την εντυπωσιακή εκλογική επιτυχία του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού, δεν προκάλεσε μόνο μεγάλη αναστάτωση, αλλά και πυροδότησε και έναν αγώνα δρόμου για τη διαμόρφωση των αναγκαίων εκλογικών συμμαχιών.

Αυτό έχει να κάνει και με τις ιδιαιτερότητες του γαλλικού εκλογικού νόμου: τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης εκλέγονται από μονοεδρικές περιφέρειες με σύστημα δύο γύρων. Για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής στον πρώτο γύρο πρέπει να έχει απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων και τουλάχιστον 25% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.

Διαφορετικά, πάνε υποχρεωτικά στον δεύτερο γύρο όπου περνούν κανονικά μόνο οι υποψήφιοι που πήραν τουλάχιστον το 12,5% των εγγεγραμμένων (εκτός εάν δεν το πιάνουν αυτό οπότε περνάνε οι δύο πρώτοι σε ψήφους).

Αυτό είναι ένα εκλογικό σύστημα που ευνοεί όχι μόνο όσους θα προηγούνται στον πρώτο γύρο αλλά και όσους θα μπορούν να αντέξουν τυχόν αντισυσπείρωση εναντίον τους ή να δημιουργήσουν αντισυσπείρωση υπέρ τους. Γι’ αυτό και είναι ένα σύστημα που ευνοεί τις συμμαχίες.

Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού, Μαρίν Λεπέν

Όλα αυτά αποκτούν ξεχωριστή σημασία μπροστά στις εκλογής της 30ης Ιουνίου με αφετηρία τους συσχετισμούς των εκλογών της 9ης Ιουνίου. Ο Εθνικός Συναγερμός πήρε 31,37%. Σε 96 από τους 101 νομούς της Γαλλίας είναι πρώτο κόμμα. Σύμφωνα, το Ινστιτούτο Δημοσκοπήσεων Ipsos, οι ψηφοφόροι του ήταν οι πιο αποφασισμένοι αφού κατά 83% είχαν αποφασίσει εδώ και πάνω από έναν μήνα τι θα ψηφίσουν και κατά 73% είχαν αποφασίσει να τον ψηφίσουν στη βάση των εσωτερικών και όχι των ευρωπαϊκών θέσεών του, προτάσσοντας το ζήτημα της μετανάστευσης και αυτό της αύξησης του κόστους ζωής, με τους ψηφοφόρους να συναγωνίζονται τους ψηφοφόρους της Ανυπότακτης Γαλλίας ως προς το εάν και σε ποιο βαθμό ανήκουν σε μια Γαλλία οργισμένη και διαμαρτυρόμενη.

Επιπλέον, έχει ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην αγροτική Γαλλία, στους μικρούς δήμους και στους δήμους με χαμηλά ποσοστά φτώχειας, δηλαδή στις διάφορες παραλλαγές της «βαθιάς» Γαλλίας».

Είναι επίσης το κατεξοχήν κόμμα όσων δηλώνουν εργάτες (53% σε αυτή την κατηγορία), των χαμηλού μορφωτικού επιπέδου μισθωτών (47% όσων δεν έχουν απολυτήριο λυκείου, 38% όσων έχουν μόνο απολυτήριο Λυκείου), των ανέργων και των καθολικών (37%).

Αυτό σημαίνει ότι μπαίνει στην εκλογική μάχη έχοντας μια ιδιαίτερα ισχυρή και κυρίως συμπαγή εκλογική βάση. Και από ό,τι φαίνεται προσπαθεί να την κάνει πιο συμπαγή προσπαθώντας να διευρύνει τις εκλογικές συμμαχίες.

Καταρχάς, ο Εθνικός Συναγερμός πιέζει για συνεργασία και τους Ρεπουμπλικάνους, τους κληρονόμους της πάλαι ποτέ γαλλικής Κεντροδεξιάς που κατέγραψαν 7,25% σε αυτές τις εκλογές και των οποίων ο πρόεδρος Ερίκ Σιοτί ήδη τοποθετήθηκε θετικά υπέρ της συνεργασίας με την Ακροδεξιά, στο βαθμό που θα εξασφαλίζει μια κοινοβουλευτική ομάδα για το κόμμα του, παρότι αυτό έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις τόσο από το εσωτερικό του κόμματος, όσο και από τον κυβερνητικό χώρο, με τον υπουργό Εσωτερικών Γεράλντ Νταρμανέν να τον κατηγορεί για υπογραφή «Συμφωνιών Μονάχου».

Από την άλλη, σε σχέση με την Ανακατάληψη, τον σχηματισμό που ίδρυσε ο Ερίκ Ζεμούρ, που θεώρησε ότι ο Εθνικός Συναγερμός δεν ήταν αρκούντως δεξιός, αλλά σε αυτές τις εκλογές είχε επικεφαλής της λίστας την ανιψιά της Μαρίν Λεπέν, Μαριόν Μαρεσάλ, που πήρε 5,47%, παρά τη διαφαινόμενη αρχική προσπάθεια σύμπλευσης τελικά η ηγεσία του Εθνικού Συναγερμού ανακοίνωσε ότι δεν επιθυμεί καμία συνεργασία με τον Ερίκ Ζεμούρ.

Ανακοίνωση της καταρχήν συμφωνίας των κομμάτων της Αριστεράς

Από την άλλη, ο ευρύτερος χώρος της Αριστεράς φαίνεται να συσπειρώνεται μπροστά στον κίνδυνο της ανόδου της Άκρας Δεξιάς στην εξουσία. Μέχρι και τις εκλογές φαινόταν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επαναληφθεί το παράδειγμα των βουλευτικών εκλογών του 2022, όταν η πρόταση της Ανυπότακτης Γαλλίας για κοινή παρουσία ως NUPES αντιμετωπίστηκε ως διέξοδος. Αντιθέτως, ιδίως οι Σοσιαλιστές, που θεωρούν ότι έχουν βρει μια νέα ηγεσία με ευρύτερη απήχηση στο πρόσωπο του Ραφαέλ Γκλικσμάν, έδειχναν να θέλουν να προχωρήσουν κυρίως με τους Οικολόγους, αφήνοντας στην άκρη την Ανυπότακτη Γαλλία που τη θεωρούν ιδιαίτερα ριζοσπαστική και με την οποία διαφωνούν ιδίως στα ζητήματα που αφορούν την Ουκρανία και τη Γάζα.

Όμως, τα πράγματα άλλαξαν μετά την αναγγελία των πρόωρων εκλογών που δημιούργησε ένα ευρύτερο αντανακλαστικό μέσα στην κοινωνία για μια κοινή παρουσία της Αριστεράς που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στην Άκρα Δεξιά.

Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη απήχηση που πήρε το σύνθημα για «Λαϊκό Μέτωπο», καθώς στη συλλογική μνήμη της Γαλλίας η σύμπραξη των Σοσιαλιστών και των Κομμουνιστών, υπό τον Λέον Μπλουμ, ανάμεσα στο 1936 και το 1938, έχει μείνει ως σημείο αναφοράς για την ικανότητα να περάσουν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις (ανάμεσά τους και την γενίκευση των αδειών μετ’ αποδοχών που για πρώτη φορά επέτρεψαν τις διακοπές για το σύνολο της γαλλικής εργατικής τάξης).

Μεγάλη ήταν και η πίεση του συνόλου των συνδικάτων που πρόσκεινται στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, με κοινή τους έκκληση, καθώς δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το Εθνικό Μέτωπο / Εθνικός Συναγερμός είναι παραδοσιακά μια αντισυνδικαλιστική και φιλοεργοδοτική δύναμη (έχει στηρίξει ανοιχτά μόνο τα συνδικάτα των αστυνομικών).

Η πίεση αυτή που εκφράστηκε και στις σε σημαντικό βαθμό αυθόρμητες διαδηλώσεις κατά της Άκρας Δεξιάς που οργανώθηκαν σε διάφορα σημεία και αντανακλά την πεποίθηση ότι μια κυβέρνηση της Άκρας Δεξιάς πρώτα και κύρια θα στοχοποιήσει συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: τους μετανάστες, το «μη-λευκό» τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, τα συνδικάτα. Αυτό υποχρέωσε τους εκπροσώπους των κομμάτων να δώσουν το στίγμα ότι υπάρχει μια καταρχήν συμφωνία για κοινούς υποψηφίους από τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών.

Την ίδια στιγμή ο χώρος που εκπροσωπεί ο Εμανουέλ Μακρόν δεν δείχνει σε αυτή τη φάση να μπορεί να διευρύνει και πολύ την επιρροή του πέραν όσων ήδη συμμετείχαν στην εκλογική συμμαχία για τις ευρωεκλογές, με την εξαίρεση της πίεσης που ασκούν κυρίως στους Ρεπουμπλικάνους σε μια προσπάθεια να αποσπάσουν τουλάχιστον ένα τμήμα τους σε περίπτωση που αυτοί διαλυθούν.

Σε κάθε περίπτωση τα χαρακτηριστικά που δείχνει η ψήφος των ευρωεκλογών δείχνουν ότι είναι σχεδόν αδύνατο για τον χώρο που εκπροσωπεί ο Μακρόν να μπορέσει να «χτυπήσει» την Ακροδεξιά, καθώς δεν δείχνει πιθανό να επαναλάβει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2022 όταν κατάφερε να έχει στις βουλευτικές μια οριακή πρωτιά απέναντι στη συμμαχία NUPES με τον Εθνικό Συναγερμό στην τρίτη θέση.

Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πόλωση θα είναι στον άξονα Ακροδεξιά/Δεξιά – Αριστερά και όχι όπως θα ήθελε ίσως ο Μακρόν στον άξονα Ακροδεξιά – Κέντρο. Εάν δηλαδή είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς που κατοχυρώσουν ότι είναι η ψήφος που αποτρέπει την άνοδο της Άκρας Δεξιάς τότε τα περιθώρια για τον κυβερνητικό συνασπισμό θα περιοριστούν.

Βεβαίως από εκεί και πέρα σε μια εκλογή όπου όλα τα κριθούν στον δεύτερο γύρο σε όλες εκείνες τις περιφέρειες όπου θα αναμετρηθούν οι υποψήφιοι της Ακροδεξιάς με αυτούς της Αριστεράς, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν θα λειτουργήσει το αντιφασιστικό αντανακλαστικό και η ανάλογη συσπείρωση που μέχρι τώρα είναι πάντα το όριο που συναντά ο Εθνικός Συναγερμός, συσπείρωση που αυτή τη φορά θα φέρει τον συγκεκριμένο συνασπισμό αντιμέτωπο με το εάν μπορεί και να κυβερνήσει, ή εάν μια συνολικότερη δεξιά μετατόπιση (συμπεριλαμβανομένης και μιας δεξιάς μετατόπισης και της δυσαρέσκειας) θα επιτρέψει στην Ακροδεξιά να κάνει το κρίσιμο βήμα προς την εξουσία, σε μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές σε μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα. Σε μια Γαλλία τριχοτομημένη όχι μόνο ανάμεσα σε τρεις πολιτικούς πόλους (Ακροδεξιά – Κέντρο – Αριστερά) αλλά και διαφορετικές κοινωνικές συμμαχίες, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα διαμορφωθούν όχι μόνο οι πολιτικές συμμαχίες κορυφής αλλά και οι κοινωνικές συμμαχίες και δυναμικές. Και αυτό σημαίνει δύο κρίσιμα σημεία: εάν θα μπορέσει η Αριστερά, που έχει ιδιαίτερη επιρροή στη νεολαία, στους ανθρώπους μεταναστευτικής και αποικιακής καταγωγής και τους μορφωμένους εργαζομένους, να ανακτήσει ένα μέρος της επιρροής στην παραδοσιακή εργατική τάξη που έχει πάει προς την Άκρα Δεξιά και εάν κρίσιμες κατηγορίες που αναλογικά έχουν υπερεκπροσώπηση στο Κέντρο και την κεντροδεξιά, όπως είναι οι συνταξιούχοι, τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα και όσοι στη γαλλική ορολογία προσδιορίζονται ως «στελέχη» [cadre] θα πολωθούν προς την Ακροδεξιά ή προς την Αριστερά.