Είναι ποτέ πραγματικά ανεξάρτητος, 100% ελεύθερος, εντελώς ανεπηρέαστος από τις βουλές των κυβερνώντων, ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας; Μεγάλη συζήτηση, η διεξαγωγή της οποίας μοιάζει ωστόσο επί του παρόντος με πολυτέλεια για τους δημοσιογράφους της RAI στην Ιταλία – οι οποίοι καταγγέλλουν μια πρωτοφανή, καθημερινή λογοκρισία, που έχει επιβληθεί από την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι.

Επειτα από μία πρώτη απεργία, την περασμένη εβδομάδα, οι εργαζόμενοι στη δημόσια ραδιοτηλεόραση ετοιμάζονται να βγουν αύριο στους δρόμους της Ρώμης προκειμένου να καταγγείλουν «την απειλή για την ελευθεροτυπία που εκπροσωπεί η κυβέρνηση Μελόνι». Οι αφίσες που έχουν γεμίσει τις τελευταίες ημέρες τους δρόμους της ιταλικής πρωτεύουσας είναι χαρακτηριστικές: μια καρικατούρα της ιταλίδας πρωθυπουργού, ένα υψωμένο σε φασιστικό χαιρετισμό χέρι και το μήνυμα «Κλείστε τη RAI, δεν βλέπετε πως ο φασισμός είναι ήδη εδώ;».

Αφότου ανέλαβε πρωθυπουργός, τον Οκτώβριο του 2022 – συνοψίζει την κατάσταση η ισπανική «El Pais» –, η Μελόνι έχει καταστήσει προτεραιότητά της το να ορίζει εκείνη την ατζέντα των μίντια και, στον βαθμό που δύναται, να ελέγχει τι λένε για την κυβέρνησή της. Το κάνει αυτό υπό το ψευδοεπιχείρημα ότι για χρόνια η Δεξιά και η Ακροδεξιά ήταν περιθωριοποιημένες τόσο στα ΜΜΕ όσο και στους πολιτιστικούς κύκλους. Δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο στην Ιταλία η μάχη για τον έλεγχο των μίντια – είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της όταν ήταν πρωθυπουργός ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ιδιοκτήτης της Mediaset. Ακόμα και τότε, ωστόσο, τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα ήταν μοιρασμένα ανάμεσα στα κόμματα, σε αυτό που ήταν γνωστό ως lottizzazione, ένα είδος ιστορικής κατανομής των καναλιών, που γεννήθηκε τις εποχές της Χριστιανικής Δημοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σήμερα, διαμαρτύρονται οι δημοσιογράφοι της RAI, το σύμφωνο αυτό έχει πάψει να υφίσταται και όλη η δημόσια επικοινωνιακή ροή κυριαρχείται από το (ακρο)δεξιό αφήγημα. «Η RAI έχει γίνει «Telemeloni», και αυτό είναι κάτι εξαιρετικά ξεδιάντροπο που ξεκινάει από τη στιγμή που περνάς την πόρτα», λέει ένας δημοσιογράφος του TG1, της αποκαλούμενης και ναυαρχίδας των τηλεοπτικών ειδήσεων, στο RΑΙ 1.

«Ουδέποτε είχαμε ζήσει τέτοια κατάσταση. Ούτε καν στην εποχή του Μπερλουσκόνι. Στο πολιτικό ρεπορτάζ, η λογοκρισία εκδηλώνεται σε καθημερινή βάση», προσυπογράφει η Ενρίκα Αγκοστίνι, βετεράνος δημοσιογράφος του RΑΙ News 24, ενός δικτύου συνεχούς ενημέρωσης. «Ελέγχουν τις λέξεις που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στα κομμάτια. Εγώ εργάζομαι εδώ πολλά χρόνια και έχω συνδικαλιστικό ρόλο, οπότε είναι πιο προσεκτικοί μαζί μου. Αλλά το κάνουν με όλους, καθημερινά. Δημοσιογράφοι αποσύρουν τις υπογραφές τους από ρεπορτάζ γιατί είναι σκέτη προπαγάνδα. Ασχολούμαι με το πολιτικό ρεπορτάζ εδώ και 20 χρόνια, ποτέ δεν ήταν έτσι, ποτέ δεν κρύβαμε ειδήσεις. Και είναι γελοίο, γιατί οι ειδήσεις θα βγουν κάπου αλλού και ο κόσμος καταλαβαίνει τι κάνεις. Οταν χειραγωγούν τις ειδήσεις, προσπαθούν, φυσικά, να διαπραγματευτούν μαζί σου. Οταν έγραψα για τον κατώτατο μισθό, για παράδειγμα, είπα πως η κυβέρνηση σκότωσε την ιδέα. Ο προϊστάμενός μου μου είπε «αυτό ακούγεται σαν προσωπική κρίση». Απάντησα ότι ήταν απλά η πραγματικότητα. Ομως η λογοκρισία, στη δική μου περίπτωση για παράδειγμα, είναι ότι δεν μου επιτρέπεται πλέον να καλύπτω κυβερνητικά θέματα».

Μήνες τώρα κατηγορείται η κυβέρνηση της Μελόνι για εξοστρακισμό στελεχών της RAI ή τηλεπαρουσιαστών με αριστερές απόψεις. Οταν διορίστηκε, τον περασμένο Μάιο, ο νυν πρόεδρος της RAI, ο Ρομπέρτο Σέρτζιο, έστειλε στους εργαζόμενους μια επιστολή όπου τους έλεγε ότι έπρεπε να δημιουργήσουν «ένα νέο αφήγημα για το έθνος». Οι πληροφορίες βέβαια λένε πως ο Σέρτζιο θα μείνει στη θέση αυτή μόνο για έναν χρόνο ακόμα, ώσπου να ολοκληρωθεί η θητεία που θα εξέτινε κανονικά ο προκάτοχός του – και κατόπιν θα αναλάβει στη θέση του ο νυν γενικός διευθυντής της RAI, Τζαμπάολο Ρόσι, ένας έμπιστος της Μελόνι, από τους διοργανωτές του «Ατρέγιου», του βαθιά ιδεολογικοποιημένου φεστιβάλ της νεολαίας του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας. Σε κάθε περίπτωση, η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει για τους δημοσιογράφους της RAI ήταν η λογοκρισία του γνωστού συγγραφέα Αντόνιο Σκουράτι.

Η υπόθεση είναι γνωστή: η Σερένα Μπερτόνε, παρουσιάστρια της εκπομπής «Chè Sarà» στο RΑΙ 3, είχε παραγγείλει στον Σκουράτι, συγγραφέα μιας τρίτομης βιογραφίας του Μπερλουσκόνι, έναν μονόλογο με την ευκαιρία της Ημέρας Απελευθέρωσης από τον Φασισμό, στις 25 Απριλίου. Ο Σκουράτι έγραψε ένα ιστορικό κείμενο, όπου όμως σημείωνε πως η Μελόνι προέρχεται από μια «νεοφασιστική» κουλτούρα και πως η κυβέρνησή της δεν έχει πάρει αποστάσεις από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν επί Μουσολίνι. Οταν το έγγραφο στάλθηκε στη διεύθυνση για επιθεώρηση, η συμμετοχή του Σκουράτι στην εκπομπή ακυρώθηκε – επισήμως, γιατί είχε ζητήσει υπερβολική αμοιβή, 1.500 ευρώ. Οταν η Μπερτόνε διάβασε στην εκπομπή της το κείμενο, η διεύθυνση κίνησε πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της. Και όταν οι δημοσιογράφοι της RAI προκήρυξαν απεργία, η κυβέρνηση ίδρυσε μία νέα συνδικαλιστική ένωση, ιδεολογικά (ακρο)δεξιά, ώστε να την μποϊκοτάρει.

«Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα», λέει στην «El Pais» ο Ντανιέλε Ματσέντα, ο επικεφαλής του Usigrai, της βασικής συνδικαλιστικής ένωσης που εκπροσωπεί τους δημοσιογράφους της RAI. «Ανέκαθεν υπήρχαν κομματικές παρεμβάσεις στη RAI, ανέκαθεν τις καταγγέλλαμε. Και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Αλλά η παρουσία των κομμάτων υπήρξε πάντα σωστά μοιρασμένη. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Τις προάλλες μεταδίδαμε επί 46 λεπτά μία ομιλία της Μελόνι, μαζί και τα χειροκροτήματα – και είμαστε εν μέσω προεκλογικής περιόδου!». Στο μεταξύ, λένε πως η κυβέρνηση θέλει να πουλήσει το Agi, το δεύτερο μεγαλύτερο ειδησεογραφικό πρακτορείο της Ιταλίας, σε έναν βουλευτή της Λέγκας, τον Αντόνιο Αντζελούτσι, που διαθέτει ήδη τρεις εφημερίδες.