Ο πρώτος που μπήκε στην κούρσα των ευρωεκλογών ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Και εδώ ο φόβος του δεν ήταν κάποιος δυνητικός πόλος που να τον αμφισβητεί τουλάχιστον τώρα, αλλά το φάσμα της μαζικής αποχής.

Οι ευρωκάλπες πάντα έχουν αυτόν τον κίνδυνο.

Τόσο που να προσαρμόζουν συχνά τις πολιτικές και εκλογικές αναλύσεις στον αστερισμό της «χαλαρής ψήφου».

Μια ψήφος που περιγράφεται έτσι και λόγω μιας διττής παραμέτρου: της έτσι κι αλλιώς όλο και εντεινόμενης αποστροφής στην υπάρχουσα πολιτική. Της αδιαφορίας επίσης προς τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Εδώ συναρτάται συχνά μια συμπεριφορά που βλέπει χαλαρή επιρροή στα του Ευρωκοινοβουλίου στην εσωτερική εθνική ζωή και άρα στην καθημερινότητα των πολιτών.

«Η αποχή δεν είναι απάντηση. Οποιο κόμμα και αν στηρίζετε, στηρίζετε τελικά την ίδια τη δημοκρατία με τη συμμετοχή σας που από φέτος γίνεται πιο εύκολη με την επιστολική ψήφο», είχε πει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε πρόσφατη εβδομαδιαία επισκόπηση του στα κοινωνικά δίκτυα. Και η επιστολική ψήφος εξάλλου είναι κοινό μυστικό πως επιλέχθηκε και για να ξορκίσει την αποχή.

Βέβαια τα μέχρι τώρα στοιχεία των 202 χιλιάδων Ελλήνων από όλο τον κόσμο που επέλεξαν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με την επιστολική ψήφο δεν συνηγορούν σε απόκρουση του κινδύνου της αποχής. Ο δεύτερος όμως έχει να κάνει περισσότερο με βαθύτερα πολιτικά ελατήρια και όχι απλώς με το πόσο πιο εύκολα ή με ποιος απλές διαδικασίες ψηφίζει κάποιος.

Αν δει κάποιος τα νούμερα συμμετοχής των προηγούμενων ευρωεκλογών για την Ελλάδα, βλέπει μια φθίνουσα πορεία. Τον Μάιο του 2019 είχαμε 58,69% συμμετοχή στους εγγεγραμμένους και το 2014 είχαμε 59, 33%.

Κι ενώ και στις δύο περιπτώσεις οι ευρωεκλογές συνέπιπταν με τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Και άρα υπήρχε παραπάνω κίνητρο προσέλευσης στην κάλπη. Κάτι που τώρα δεν υπάρχει όπως επεσήμανε για τις προσεχείς εκλογές ο Γιάννης Ραγκούσης με μακροσκελές του κείμενο λόγω ακριβώς της μη διεξαγωγής ταυτόχρονα τοπικών εκλογών.

Ολα τα κόμματα πάντως σήμερα και στις ημέρες που απομένουν στοχεύουν στη δεξαμενή της αποχής.

Η κυβέρνηση θέλει άμεσα να μπετονάρει τη δική της βάση. Να συσπειρώσει το κλασικό της ακροατήριο.

Και από κει και πέρα προφανώς για τη ΝΔ είναι φόβος μια μαζική αποχή. Εδώ όπως σημειώνουν αναλυτές, η δύσκολη εξίσωση που η ΝΔ θέλει να λύσει είναι να μην κινηθούν στην αποχή, οι δικοί της ψηφοφόροι.

Είναι η «αποχή εντός της βάσης της», το πιο απευκταίο σενάριο που όμως βάσει των τελευταίων μετρήσεων φαίνεται να αποφεύγει.

Από κει και πέρα και η ΝΔ θέλει να διαμορφώσει μια στρατηγική προσέλκυσης της ευρείας βάσης της αποχής, εκείνων δηλαδή που δεν θα πάνε να ψηφίσουν ανεξάρτητα πολιτικής καταβολής. Πάντως σε ένα ενδεχόμενο αυξανόμενης αποχής, ακόμη και σε σχέση με το 2019, η ΝΔ παραδοσιακά δείχνει πιο ανθεκτική να κρατήσει το κοινό της και άρα λιγότερο κινδυνεύει.

Τα μηνύματα δυσαρέσκειας που πάντως ορισμένοι θέλουν να στείλουν αναγκάζουν και το Μέγαρο Μαξίμου εσχάτως να επιζητά την πόλωση με το δίλημμα «σταθερότητα ή χάος» και να χαράσσει εκστρατεία στους δύσκολους νομούς της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ του Στέφανου Κασσελάκη πάλι είναι ένας διαφορετικός χώρος. «Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει να φέρει κόσμο από την αποχή, κόσμο ο οποίος είναι απογοητευμένος με την πολιτική και πιστέψει σ’ αυτό το νέο ξεκίνημα, το πιο ανοιχτό κόμμα, το κόμμα χωρίς μηχανισμούς συμφερόντων κ.τ.λ. και έρθει και ψηφίσει, γιατί μην ξεχνάτε ότι σε σχέση με το ’19 εμείς χάσαμε 700.000 ψήφους που πήγαν στην αποχή», είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ (HuffPost).

Εδώ προφανώς προσδιορίζεται η τακτική σε μια χαμένη δεξαμενή. Και η λογική αυτή, συνδέεται με το κομματικό restart που ο νέος πρόεδρος θέλει να κάνει. Ενας επιτυχής έστω μερικώς επαναπατρισμός χαμένων ψηφοφόρων του κόμματος συνδέεται και με το βάθος της νομιμοποίησης των αλλαγών που ο Κασσελάκης θέλει να κάνει στον χώρο του.

Η ομάδα του όμως έχει σχεδιάσει και μια νέα εντελώς στρατηγική και με τον isyriza και με την εν γένει παρουσία του Κασσελάκη στην προεκλογική κούρσα που στοχεύει και σε ομάδες κοινού που δομικά απέχουν από τις κάλπες. Εδώ εντοπίζεται η λογική του λεγόμενου «νέου κοινού» που θέλει να πιάσει ο Στέφανος Κασσελάκης και που πολλοί ορίζουν και ως απολιτίκ.

Κοινό που βλέπει τα κόμματα ως τόπους συγκλίσεων ή και ανάθεσης συχνά – και που είναι εύκολο να μην πάνε εκ νέου στις κάλπες ή αν ψηφίζουν πρώτη φορά ηλικιακά επίσης να μην προσέλθουν.

Είναι η εύθραυστη όψη της στρατηγικής του Κασσελάκη αφού το κοινό αυτό μπορεί είτε να μεταβάλλει το πολιτικό σκηνικό, προφανώς όχι με όρους εξουσίας, είτε να μην εγγραφούν σε όσους θα έχουν ψηφίσει την 9η Ιουνίου. Μετέωρα ακροατήρια που φλερτάρουν με την αποχή δηλαδή. Μια ευρεία αποχή δεν ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ που στοχεύει στο νεανικό κοινό και σε γυναίκες.

Η αποχή είναι ένα κακό ενδεχόμενο και για το ΠΑΣΟΚ που σήμερα δείχνει να έχει μπετονάρει τη βάση του αλλά να δυσκολεύεται να γίνει υποδοχέας ροών είτε από τη ΝΔ είτε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η μαύρη τρύπα που επίσης δείχνει στα μεγάλα αστικά κέντρα, μπορεί να παραμείνει έτσι λόγω μιας αυξανόμενης αποχής κυρίως νέων.