Έναν εφιάλτη που είχε το χειρότερο τέλος, φαίνεται πως ζούσε η 40χρονη που δολοφονήθηκε με 10 μαχαιριές τα ξημερώματα της Πέμπτης στο Μενίδι.

Η 40χρονη γυναίκα βίωνε ένα μαρτύριο από τον εν διαστάσει σύζυγό της, καθώς τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ήταν αρκετά, με την πρώτη καταγγελία να γίνεται το 2003 και την τελευταία πριν από σχεδόν 10 ημέρες.

Αν και ο 50χρονος, που σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές είναι ο υπ’ αριθμόν 1 ύποπτος για τη δολοφονία της άτυχης γυναίκας, είχε συλληφθεί αρκετές φορές για ενδοοικογενειακή βία (σωματική βλάβη, εξύβριση και απειλή), παρ’ όλα αυτά κατάφερνε να μένει εκτός φυλακής.

Μάλιστα, το τελευταίο συμβάν με πρωταγωνιστές την 40χρονη και τον 50χρονο πρώην σύζυγό της έγινε κάτω από το νέο σπίτι που είχε βρει η γυναίκα με τα δύο της παιδιά, με τους γείτονες να ανησυχούν και να ειδοποιούν την Άμεση Δράση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 50χρονος παρακολουθούσε την 40χρονη τις τελευταίες ημέρες και έτσι γνώριζε το δρομολόγιο που έκανε για να πάει στην εργασία της.

Από την εργασία της 40χρονης ειδοποιήθηκε και η κόρη της. Έτσι, αφού έμαθε τι είχε συμβεί στη συμβολή των οδών Πάρνηθος και Αριστοτέλους, πήγε στους αστυνομικούς με τη φωτογραφία της μητέρας της για να δει αν είναι αυτή το θύμα.

Όταν οι αστυνομικοί της επιβεβαίωσαν την τραγική είδηση, εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. Λίγη ώρα αργότερα, μιλώντας σε οικείο πρόσωπο στο τηλέφωνο ανέφερε, σύμφωνα με μαρτυρίες, ότι «ο μπαμπάς σκότωσε τη μαμά».

Η δολοφονία της 40χρονης έγινε σε πολυσύχναστο σημείο του Μενιδίου, στη συμβολή των οδών Πάρνηθος και Αριστοτέλους, που υπάρχουν καταστήματα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το περιστατικό συνέβη στις 06:00 τα ξημερώματα, υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε επιχειρηματίας της περιοχής, ένας άνδρας την ειδοποίησε για το περιστατικό και της ζήτησε να ειδοποιήσει την Ελληνική Αστυνομία.

«Το πρωί έρχομαι 05:10, πίνω τον καφέ μου και μπαίνει ένας πελάτης και μου λέει ‘κλείσε τη πόρτα, μην ανοίγεις την πόρτα γιατί εδώ σκότωσαν μια κοπέλα, εγώ πήρα την Αστυνομία’» ανέφερε η γυναίκα.

«Φοβήθηκα και δεν τον ρώτησα αλλά και μετά μου λέει να μην ανοίξω την πόρτα όμως αυτός πήρε στην Αστυνομία. Η κοπέλα φώναζε ‘βοήθεια, βοήθεια’ και αυτός φώναξε την Αστυνομία», συμπλήρωσε.

Η 40χρονη γυναίκα από την Αλβανία είχε χρόνια σχέση με έναν συγκεκριμένο άνδρα, τον οποίο είχε καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές από το 2013.

Συγκεκριμένα, στις 3 Απριλίου 2013 με τη γυναίκα να υποβάλει έγκληση κατά του πρώην συντρόφου της για παράβαση της νομοθεσίας περί ενδοοικογενειακής βίας, με τον άνδρα να συλλαμβάνεται και να οδηγείται στο δικαστήριο.

Η επόμενη καταγγελία έγινε έπειτα από 9 χρόνια. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2022 το θύμα είχε καταγγείλει τον εν διαστάσει σύζυγό της για απειλή, σωματική βλάβη και εξύβριση, με τον δράστη να οδηγείται ξανά στα δικαστήρια.

Τότε, οι δικαστικές αρχές είχαν απαγορεύσει στο δράστη να μένει μαζί με το θύμα, κάτι που όμως είχε επιτρέψει η ίδια η γυναίκα από το 2018.

Η τελευταία καταγγελία της 40χρονης εναντίον του εν διαστάσει συζύγου της έγινε στις 7 Μαΐου 2024 για απειλή, σωματική βλάβη και εξύβριση, με τον άνδρα να συλλαμβάνεται και να οδηγείται στον εισαγγελέα, από όπου έλαβε ρητή δικάσιμο για αύριο, Παρασκευή 17 Μαΐου.

Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στην 40χρονη δόθηκαν οδηγίες για την αντιμετώπιση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ενώ της χορηγήθηκαν και κωδικοί για την ειδική εφαρμογή του Panic Button, όμως παραμένει άγνωστο αν προχώρησε στην εγκατάστασή της.

Επιπλέον, της δόθηκε η δυνατότητα να μεταφερθεί σε δομή φιλοξενίας, κάτι που όμως η 40χρονη αρνήθηκε.