Συναγερμός σήμανε σε παιδικό σταθμό της Θεσσαλονίκης καθώς ένα κοριτσάκι ηλικίας 3,5 ετών πέθανε από οξεία μυοκαρδίτιδα έπειτα από λοίμωξη με παρβοϊό (Parvovirus B 19). To παιδάκι είχε διακομιστεί από το Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης στο Ωνάσειο, αλλά δεν τα κατάφερε.

Όπως αναφέρει ο ΕΟΔΥ πρέπει να είναι σε επιφυλακή και αυξημένη εγρήγορση για συμπτώματα μυοκαρδίτιδας που προκαλείται από Parvovirus, δηλαδή από παρβοϊό. Σύμφωνα με την ενημέρωση, εντοπίστηκε ήδη συρροή 11 κρουσμάτων σε παιδικό σταθμό της Θεσσαλονίκης αλλά και ο θάνατος παιδιού 3,5 ετών που κατέληξε από οξεία μυοκαρδίτιδα από  Parvovirus B19. O παρβοϊός, ο ιός του λοιμώδους ερυθήματος (γνωστού επίσης και ως πέμπτη νόσος), παρουσιάζει πανευρωπαϊκή έξαρση αυτήν την εποχή και εμφανίζει εξάνθημα στα δύο μάγουλα, ως χαρακτηριστικό πρώιμο σύμπτωμα.
Είναι πολύ επικίνδυνος για τις εγκύους και τα μωρά με επιβαρυμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Έντεκα παιδιά ηλικίας 3 έως 5 ετών παρουσίασαν αυξημένη τροπονίνη, εκ των οποίων ένα εκδήλωσε κλινική εικόνα οξείας μυοκαρδίτιδας και κατέληξε, ένα παρουσίασε κλινική εικόνα μυοκαρδίτιδας και συνεχίζει να νοσηλεύεται, δύο ασυμπτωματικά παιδιά παρουσίασαν μικρή συλλογή περικαρδιακού υγρού με φυσιολογική συσταλτικότητα και τα υπόλοιπα παιδιά ήταν ασυμπτωματικά με φυσιολογική καρδιακή λειτουργία.

Μετά τη διαπίστωση της συρροής των κρουσμάτων ο ΕΟΔΥ συνέστησε διακοπή της λειτουργίας της σχολικής μονάδας για δύο εβδομάδες, και ζήτησε απολύμανση. Στη συνέχεια προέβη στην επιδημιολογική διερεύνηση των περιστατικών για τους υπεύθυνους λοιμογόνους παράγοντες. Ειδικότερα διερευνάται ο ρόλος της λοίμωξης Parvovirus B19 και άλλων ιών στη μυοκαρδίτιδα που παρουσίασαν τα παιδιά, καθώς εντοπίστηκαν επίσης εντεροϊοί και ρινοϊοί σε κάποια παιδιά.

«Η πλειοψηφία των παιδιών είχε ένδειξη πρόσφατης λοίμωξης με Parvovirus γεγονός το οποίο συνάδει με το επιδημιολογικό ιστορικό όπου αναφέρεται νόσηση από Parvovirus B19 (κλινική διάγνωση) σε πολλά από τα παιδιά του σταθμού. Ταυτόχρονα από την ανάλυση κλινικών δειγμάτων (filmarray ανώτερου αναπνευστικού και έλεγχο κοπράνων) φαίνεται ότι ο συχνότερος λοιμογόνος παράγοντας που απομονώθηκε ήταν ο Rhinovirus/Enterovirus ακολουθούμενος από τον Aderovirus. Να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από τα παιδιά με λοίμωξη από Parvovirus B19 είχαν ταυτόχρονα  λοίμωξη με Rhinovirus/Enterovirus», αναφέρει ο ΕΟΔΥ.

Η εργαστηριακή διερεύνηση περιλάμβανε ορολογικό έλεγχο με ImG και IgG αντισώματα έναντι Parvovirus B19 και επιπλέον εργαστηριακό έλεγχο δειγμάτων αναπνευστικού με filmarray και κοπράνων με μοριακές μεθόδους, σε μαθητές και προσωπικό του παιδικού σταθμού.

Όπως αναφέρει ο ΕΟΔΥ, τα δύο τρίτα του ενήλικου πληθυσμού αναμένεται να έχουν ανοσία στον Parvovirus λόγω προγενέστερης λοίμωξης που εμφανίζεται συχνά κατά την παιδική ηλικία. Συρροές κρουσμάτων καταγράφονται σποραδικά και τοπικές επιδημίες κάθε τέσσερα έως δέκα χρόνια. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι έγκυες γυναίκες μπορεί να είναι επίνοσες στον ιό σε ποσοστό έως και 30% – 40%. Οι έγκυες συνήθως μολύνονται μέσω οικιακής ή επαγγελματικής έκθεσης και πρέπει να γνωρίζουν τον κίνδυνο μόλυνσής τους από παιδιά ή ενήλικες με λοίμωξη πέμπτης νόσου. Σε ιδιαίτερο κίνδυνο βρίσκονται έγκυες με επαγγέλματα υψηλού κινδύνου (πχ εργαζόμενες στον τομέα της Υγείας, παιδικούς σταθμούς, δάσκαλοι κλπ). Η λοίμωξη τις πρώτες 20 εβδομάδες της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή ανεπιθύμητη έκβαση για το έμβρυο, όπως ο εμβρυϊκός ύδρωπας και ο ενδομήτριος θάνατος σε έως και 10% των περιπτώσεων. Σημειώνεται ότι έως και 20% των λοιμώξεων από Parvovirus είναι ασυμπτωματικές και η έκθεση μπορεί να μην είναι εμφανής.