Κοίτα τώρα κάτι τερτίπια που κάνει η γλώσσα. Η λέξη «είδωλο» σημαίνει, κατ’ αρχάς, ομοίωμα αλλά που είναι, συγχρόνως, και αντικείμενο λατρείας. Λόγω αυτής της ερμηνείας σημαίνει και εκείνον που χαίρει μεγάλης αγάπης και θαυμασμού από τον κόσμο. Τον, ας τον πούμε, σταρ. Το είδωλό μας όμως είναι και αυτό που αντικρίζουμε στον καθρέφτη, η εικόνα μας. Και κάπου εκεί ανιχνεύω εγώ τη σύνδεση ανάμεσα σε αυτόν που θαυμάζουμε και στον εαυτό μας. Είναι ένα είδος προβολής που δεν ανταποκρίνεται όμως στην αλήθεια. Αυτός που έχουμε «ανεβάσει» στο βάθρο του ειδώλου, κάπου στο βάθος του μυαλού μας, πιστεύουμε ότι είναι ένας αντικατοπτρισμός του ιδανικού εαυτού μας. Τον αποθεώνουμε όταν κάνει κάτι που θεωρούμε ότι θα κάναμε κι εμείς αν ήμασταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Και επειδή δεν είμαστε, μαζί με τον θαυμασμό αναπτύσσεται παράλληλα και ένα είδος ζήλειας. Σαν να την έχουμε στημένη στο είδωλό μας, σαν να περιμένουμε το παραμικρό παραπάτημά του για να του την πέσουμε. Και σαν να αντλούμε μία ικανοποίηση επειδή, τελικά, δεν ήταν και τόσο τέλειος. Οπως, ίσως, θα ήμασταν εμείς αν είχαμε την ίδια τύχη, τα ίδια ταλέντα ή τα ίδια εφόδια. Και κάπου εδώ αρχίζει, αλλά και τελειώνει συγχρόνως, η μεγάλη χίμαιρα της ιδέας που έχουμε για τον εαυτό μας.

Κι αν έχουμε δει αποκαθηλώσεις ειδώλων. Εμένα τουλάχιστον μου θυμίζουν ρωμαϊκή αρένα. Σαν να ζητάμε πίσω τον θαυμασμό που εκχωρήσαμε. Δηλαδή ούτε δανεικά κι αγύριστα να είχαμε δώσει. Αυτό περίπου παρακολουθούμε να συμβαίνει την τελευταία εβδομάδα με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Τον Γιάννη που μεγάλωσε στα Σεπόλια βιώνοντας στο πετσί του τον ρατσισμό προς τον «μαύρο». Τον Γιάννη και τα αδέλφια του με το μοναδικό ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που το φορούσαν εναλλάξ όταν έπαιζαν μπάσκετ. Τον Γιάννη και την οικογένειά του που έτρεχαν να μαζέψουν άρον άρον τα πράγματά τους διότι τους είχαν κάνει έξωση. Τον Γιάννη που σήμερα είναι μέσα στους 100 καλύτερους παίκτες από καταβολής ΝΒΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τον Γιάννη που, πλέον, στρώνονται εκατομμύρια δολάρια στα πόδια του. Τον Γιάννη που επιστρέφει, κάθε τόσο, στα Σεπόλια διότι εκεί νιώθει ότι ανήκει. Και που δήλωσε ότι, αν ασχολούνταν με μια ελληνική ομάδα, θα ήταν ο Φιλαθλητικός απ’ όπου ξεκίνησε. Και ότι θα μπορούσε να αγοράσει τον Παναθηναϊκό. Ή τον Ολυμπιακό. Αν οι ιδιοκτήτες τους πουλούσαν.

Ε, αυτό ήταν. Από την αποθέωση στην αποκαθήλωση. Τι φαφλατά τον είπαν, τι αμετροεπή, τι νεόπλουτο. Ακόμη και ο γιος του τέως βασιλιά Παύλος πέταξε διαδικτυακή σπόντα εναντίον του λέγοντας ότι μετά την κατάκτηση της Ευρωλίγκας, ο ΠΑΟ κοστίζει περισσότερο. Βασιλόπουλο, έστω και τέως, τη λέει σε προσφυγόπουλο; Ε, δεν «γράφει».

Η δήλωση του Γιάννη είναι από μόνη της ένα παραμύθι, μια διαδρομή από το μηδέν στο άπειρον, μια απόδειξη ότι όλα είναι δυνατά. Ακόμη και τα «αδύνατα». Αλλά είπαμε. Τα είδωλά μας έτσι τα θέλουμε. Να τα θαυμάζουμε αλλά να μην παίρνουν και πολύ αέρα. Να σφυράμε και να υπακούν. Διότι αιωρούνται πολλά απωθημένα στη σχέση μας με ένα είδωλο. Περισσότερα κι από αυτά που αιωρούνται όταν βλέπουμε το δικό μας είδωλο στον καθρέφτη.

*Η ελληνική μετάφραση του τίτλου του μυθιστορήματος της Αγκάθα Κρίστι «The mirror cracked»

Οι (φανταστικές) ιστορίες που εγείρουν το πολιτικό φρόνημα εξελίσσονται, τα τελευταία αρκετά χρόνια, στα σουπερμάρκετ και λοιπά σημεία πώλησης τροφίμων. Στην αρχή ήταν οι κυρίες με τα τζιπ σε ρόλο Ζορό στην Κεντρική Αγορά. Ακολούθησαν οι πανομοιότυπες ιστορίες με χασάπηδες που χάριζαν κρέατα σε φτωχές γιαγιάδες και όλο το χασάπικο παράταγε τις σακούλες και τους χειροκροτούσε. Μετά είχαμε το επαναλαμβανόμενο επεισόδιο στα τυριά του Σκλαβενίτη, πάλι με παππούδες και γιαγιάδες, που αγόραζαν 80 γραμμάρια τυρί για να ταΐσουν τα εφτά εγγόνια τους. Τους τελευταίους μήνες, είναι πάλι μία γιαγιά που κυκλοφορεί σε σουπερμάρκετ από τον Εβρο μέχρι την Κρήτη και από την Κέρκυρα έως τη Ρόδο. Που αγοράζει μανταρίνια και, όταν διαπιστώνει ότι είναι από το Ισραήλ, τα επιστρέφει.