Η κυβέρνηση κάνει όλα όσα απαιτούνται, όμως γυναικοκτονίες με «ακραίο» τρόπο θα συμβαίνουν! Αυτό είναι, σε γενικές γραμμές, το κυβερνητικό αφήγημα για την δολοφονία της 28χρονης Κυριακής Γρίβα έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων που έχει συνταράξει όλη την χώρα.

Την τακτική του «έχουμε κάνει όσα πρέπει, γυναικοκτονίες θα συμβαίνουν» ακολουθεί κεντρικά η κυβέρνηση. Αντιδραστική ατζέντα από το «σκληρό δεξιό» τμήμα της.

Δείχνοντας πως ο σχεδιασμός της είναι να «εκτονωθεί» η κοινωνική αγανάκτηση σε μία εσωτερική έρευνα της αστυνομίας αλλά και στην επίκληση της «ακρότητας» της πράξης του δράστη.

Η κυβέρνηση «προσπερνά» τον καταιγισμό γυναικοκτονιών που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Δεν αγγίζει καν το θέμα της κατεύθυνσης που έχει δοθεί – διαχρονικά στα έτη της διακυβέρνησης της- στην ΕΛ.ΑΣ ώστε να μην αποτελεί προτεραιότητά της το ζήτημα των γυναικοκτονιών.

Επίσης η στάση της εκπέμπει νομοθετική αυταρέσκεια αφού επικαλείται συνεχώς το δόγμα του ότι οι αυστηρές ποινές είναι αυτές που μειώνουν την εγκληματικότητα. Παρά το γεγονός πως αυτό διαψεύδεται συνεχώς από την πραγματικότητα και διαψεύστηκε εμφατικά με το έγκλημα στους Αγίους Αναργύρους.

«Στο πλάι» αυτής της τακτικής όμως καταγράφεται και μία σαφή όσο και προκλητική προσπάθεια της «σκληρής δεξιάς» πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας να φέρει στην επικαιρότητα μια αντιδραστική ατζέντα με αφορμή την δολοφονία των Αγίων Αναργύρων.

Ενδεικτική ως προς αυτό ήταν η δήλωση του πρώην υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νότη Μηταράκη που …επέρριψε ευθύνες στην αριστερά για το ότι οι αστυνομικοί διστάζουν να χρησιμοποιήσουν το όπλο τους προκειμένου να μην καταγγελθούν. Υποστηρίζοντας πως κάτι τέτοιο θα απέτρεπε ίσως την δολοφονία και υποστηρίζοντας πως «πρέπει να ξαναδούμε τους κανόνες εμπλοκής για τη χρήση όπλων από τους αστυνομικούς».

Αντίστοιχα ο Άδωνις Γεωργιάδης θέλησε να υπερασπιστεί την λειτουργία της ΕΛ.ΑΣ λέγοντας: «Πόσες φορές ένας αστυνομικός εκτός υπηρεσίας έχει επέμβει επιτυχημένα, υπάρχουν κι αυτές οι περιπτώσεις και είναι πολλές» σημειώνοντας πως υπάρχει πρόοδος στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.

Οι δύο αυτές τοποθετήσεις είναι ξεκάθαρο ότι «στοχεύουν» σε ένα συγκεκριμένο, πολιτικά, κοινό στην δεξιά άκρη του φάσματος, ενόψει των επερχόμενων ευρωεκλογών. Κι αυτό παρά το γεγονός πως η κυβέρνηση για πολλοστή φορά εκτίθεται σε ένα ζήτημα που είχε κάνει προεκλογικά «σημαία»: Το θέμα της ασφάλειας.

Ενδεικτική για την εκτίμηση της κυβέρνησης πως όλα είναι «καλώς καμωμένα» ήταν η τοποθέτηση της αρμόδιας υπουργού Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής, Σοφίας Ζαχαράκη χθες στην Βουλή. Όταν αρνήθηκε την ενσωμάτωση του όρου «γυναικοκτονία» στο ποινικό δίκαιο ως κίνηση εντυπώσεων και όχι ουσίας όπως εκτίμησε.

Η Σοφία Ζαχαράκη παρά τις έντονες αναφορές της στον σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή ξεκαθάρισε πως η κυβέρνηση θεωρεί ότι υφίσταται η απαραίτητη εγγύηση και αυτή βρίσκεται στις …αυστηρές ποινές που προβλέπονται. Επίσης αποτίμησε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο προστασίας των γυναικών που απειλούνται από κακοποίηση.

Όπως δήλωσε η κυβέρνηση διαθέτει «ολιστικό σχέδιο» αναφέροντας τα 44 συμβουλευτικά κέντρα και τους 20 ξενώνες που λειτουργούν όπως και το σύστημα του panic button για το οποίο δήλωσε πως έχει αποτρέψει επιθέσεις σε 270 γυναίκες. Τονίζοντας πως πρέπει «να ενδυναμώσουμε τις γυναίκες, να στηρίξουμε αποτελεσματικά όσες βρίσκονται στη ζώνη της κακοποιητικής συμπεριφοράς και ως Κυβέρνηση το κάνουμε όσο πιο συνεκτικά μπορούμε».

Επίσης επικαλέστηκε την αλλαγή της νομοθεσίας «με τον ν. 4855/2021 προέβλεψε αποκλειστικά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, που είναι και η βαρύτερη των ποινών στον Ποινικό Κώδικα» σχολιάζοντας πως «στον Ποινικό Κώδικα αυτή τη στιγμή με την πρόσφατη αλλαγή έχουμε την απόλυτη κάλυψη του κομματιού της απώλειας ζωής με την υψηλότατη των ποινών».

Τέλος επικαλέστηκε την «την ενδελεχή έρευνα που πρέπει να γίνει  στο συμβάν» που θα είναι «η αρχή της υποχρέωσης και της συμμόρφωσής μας προς κάθε πολίτη που μπορεί να νιώθει ανασφαλής αυτήν τη στιγμή, κάθε γυναίκα που μπορεί να βρίσκεται σε ένα περιβάλλον».

Από την πλευρά της κεντρικής κυβέρνησης ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επικαλέστηκε την …ακρότητα του φαινομένου. Παραδεχόμενος εμμέσως πλην σαφώς ότι γυναικοκτονίες θα συμβαίνουν ανεξαρτήτως από το πόσα μέτρα θα πάρει η κυβέρνηση. Σημείωσε χαρακτηριστικά για την δολοφονία πως «είναι κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί ξανά» δηλώνοντας πως «υπάρχει ήδη σε εξέλιξη έρευνα της Δικαιοσύνης και εσωτερική έρευνα της Αστυνομίας».

Είπε επίσης ότι «έχουν δημιουργηθεί 18 γραφεία για ακριβώς αυτή τη δουλειά στην Ελληνική Αστυνομία» και «Δημιουργούνται άλλα 45». Τονίζοντας όμως  «κανένας δεν είπε ότι επειδή εφαρμόζουμε αυτά τα σχέδια, θα έχουμε μηδενικές δολοφονίες, γυναικοκτονίες, αφαιρέσεις ανθρώπινων ζωών».

Με όλη την προαναφερθείσα λογική η κυβέρνηση απορρίπτει πλήρως τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Παρά το γεγονός ότι από την πλευρά των κομμάτων του προοδευτικού τόξου καταγράφεται η ανάγκη άμεσων αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο.

Στο πλαίσιο αυτό ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά προκρίνουν την ενσωμάτωση της έννοιας της «γυναικοκτονίας» στο ποινικό δίκαιο της χώρας, αλλαγή συνολική του νομοθετικού πλαισίου ζητά το ΠΑΣΟΚ, ενώ το ΚΚΕ έχει καταθέσει τις δικές του προτάσεις τόσο για την ουσιαστική αναβάθμιση του δικτύου προστασίας όσο κυρίως για την λήψη μέτρων ενίσχυσης της θέσης της εργαζόμενης γυναίκας.