Πριν από ακριβώς δύο μήνες ο Στέφανος Κασσελάκης ανακοίνωνε την υποψηφιότητά του για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και έναν μήνα μετά εκλεγόταν πρόεδρός του. 

Η εκλογή του έφερε τόσο μεγάλους τριγμούς στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, που από τότε, σε συνδυασμό και με τα life style χαρακτηριστικά της δημόσιας παρουσίας τους, τον έχουν καταστήσει πρώτο θέμα της εσωτερικής πολιτικής -και μη- επικαιρότητας. Αρκούσε αυτός ο ένας μήνας για να δημιουργηθεί μία οριακή κατάσταση που κάνει το ενδεχόμενο της διάσπασης να μοιάζει σαν ένα φάντασμα που όχι απλώς πλανιέται πάνω από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά απειλεί να μεταμορφωθεί σε πραγματικότητα.

Κοιτώντας την ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ θα διαπιστώσει κανείς ότι στα σχεδόν 19 χρόνια ύπαρξής του -είτε ως συνασπισμός κομμάτων είτε ως ενιαίο κόμμα-, έχουν πραγματοποιηθεί δύο σημαντικές διασπάσεις, που, όμως, έγιναν σε άμεσο χρόνο. Χωρίς, δηλαδή, το θέμα της διάσπασης να κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση επί μακρόν, όπως γίνεται σήμερα.
Γυρνώντας στο 2004 ο Αλέκος Αλαβάνος -ουσιαστικά ο πρώτος πρόεδρος του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ- εκλέχθηκε με την προοπτική της αναζωογόνησης και αναβάθμισης του τότε σχηματισμού, αντικαθιστώντας τον Νίκο Κωνσταντόπουλο. Οι θέσεις ήταν συνολικά πιο ριζοσπαστικές, έχοντας μετατοπιστεί από τις πιο δεξιές -με την πολιτική ορολογία της Αριστεράς- θέσεις που είχε αυτοτελώς ο Συνασπισμός.

Το 2009, παρά τη ραγδαία αύξηση των μελών του από τη συμμετοχή του στα κινήματα ή/και των ποσοστών του στις δημοσκοπήσεις που έφτασαν να τον καταγράφουν έως και στο 15%, σημειώθηκε μια υποχώρηση των ποσοστών του στις ευρωεκλογές.

Τότε, μετά τους νέους τριγμούς στο κόμμα, έφτασε η ώρα του Αλέξη Τσίπρα. Παίρνοντας το δαχτυλίδι από τον ίδιο τον Αλέκο Αλαβάνο, ανέλαβε αρχικώς πρόεδρος στον Συνασπισμό και στη συνέχεια τέθηκε επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς ωστόσο, πάλι, να ανεβούν τα ποσοστά του. Για όσους θυμούνται την ιστορία αυτή ήταν και η πρώτη αμφισβήτηση που έζησε ο νεαρός τότε Αλέξης Τσίπρας στην ηγεσία του κόμματος της ανανεωτικής Αριστεράς.

«Με τη φράση “δεν πάει άλλο!” ο κ. Τσίπρας αποτύπωσε την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μετά τις ευρωεκλογές. Η σύγκρουση του κ. Αλαβάνου μαζί του, οι επιθέσεις που δέχεται από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίες τού αποδίδουν την πλήρη ευθύνη για το κακό εκλογικό αποτέλεσμα και αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία του ΣΥΝ εντός της «συμμαχίας», αλλά και οι τριβές στο εσωκομματικό πεδίο με την Ανανεωτική Πτέρυγα που τον πιέζει να απαγκιστρωθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και να επαναφέρει τον ΣΥΝ στις ιδρυτικές θέσεις του, διαμόρφωσαν το ασφυκτικό πλαίσιο εντός του οποίου ο κ. Τσίπρας κινήθηκε όλο αυτό το διάστημα. Το πλήγμα που υπέστη το ηγετικό προφίλ του και κυρίως η εικόνα αποδόμησης του κόμματός του είναι εμφανή», ανέφερε χαρακτηριστικά -τότε- η εφημερίδα Το Βήμα.

Ακολούθως ήρθε η διάσπαση του Συνασπισμού. Ένα ποσοστό περίπου 30% των μελών αποχώρησαν υπό τον Φώτη Κουβέλη και δημιούργησαν τη Δημοκρατική Αριστερά. Ποιος να το έλεγε, όμως, τότε ότι η ΔΗΜΑΡ και ο Φώτης Κουβέλης σήμερα θα ήταν ξανά στον ΣΥΡΙΖΑ, με το ιστορικό στέλεχος της ανανεωτικής Αριστεράς να καλεί σε ενότητα…

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η εκτίναξη των ποσοστών το 2012 τον έφερε στον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης – έως το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε γίνει ενιαίο κόμμα, φτάνοντας μέχρι και να κερδίσει τις ευρωεκλογές του 2014 αλλά και τη μεγαλύτερη περιφέρεια της Ελλάδος, την Αττική.

Ακολούθησε το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που, με βάση τις προγραμματικές δεσμεύσεις του, συγκρουόταν σε καθημερινή βάση με την Τρόικα και τους Ευρωπαίους. Η δημοφιλία τόσο της κυβέρνησης όσο και του Αλέξη Τσίπρα ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Εκεί ήρθε το δημοψήφισμα, ο ταραχώδης Ιούλιος, η οπισθοχώρηση με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και -φυσικά- η νέα διάσπαση του κόμματος. Πλήθος μελών του κόμματος και -σχεδόν- όλη η νεολαία αποχώρησαν και δημιούργησαν τη Λαϊκή Ενότητα, καθώς, δεν δέχθηκαν τον συμβιβασμό, κατηγορώντας τον Αλέξη Τσίπρα έως και για προδοσία της ψήφου του λαού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως τον Σεπτέμβριο ξανακέρδισε τις εκλογές. Κυβέρνησε τέσσερα χρόνια μαζί με ένα κόμμα της δεξιάς, τους ΑΝΕΛ, και εφάρμοσε πολιτικές που -σίγουρα- ούτε ο ίδιος ως πολιτικός οργανισμός επιθυμούσε, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί ο Αλέξης Τσίπρας και άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος.

Το 2019 έχασε από τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη αλλά το 32% έδινε τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ αφενός να εδραιωθεί ως ο απολύτως κυρίαρχος πόλος στην Κεντροαριστερά και αφετέρου να διεκδικήσει με αξιώσεις εκ νέου την κυβέρνηση. Στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2023, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον Αλέξη Τσίπρα, καταποντίστηκε. Όχι απλώς δεν πέτυχε το δεύτερο, αλλά το αποτέλεσμα των εκλογών έθεσε προς αμφισβήτηση και το πρώτο.

Και εδώ κάπου έφτασε ο Στέφανος Κασσελάκης. Εκλέχθηκε, όπως κάποτε ο Αλέκος Αλαβάνος και ο Αλέξης Τσίπρας, με ορίζοντα την αλλαγή. Το ιδεολογικό χάσμα που χωρίζει τους ανθρώπους που έχουν βιώσει ήδη δύο διασπάσεις στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ, με τους πιο… νέους στο κόμμα, φαίνεται να φέρνει την τρίτη διάσπαση  πιο κοντά. Εκτός και αν προκύψουν γέφυρες επικοινωνίας και γίνουν συμβιβασμοί ένθεν κακείθεν, που, όμως, ειδικά για την αριστερή πτέρυγα του κόμματος που αμφισβητεί τον Στέφανο Κασσελάκη θα είναι αναγκαστικά επώδυνοι.

Είναι αξιοσημείωτο ότι σε κάθε κρίσιμη καμπή του ΣΥΡΙΖΑ σημειωνόταν και από μία διάσπαση. Η στροφή στον Συνασπισμό ή τον ΣΥΡΙΖΑ -μετά από εκλογική ήττα- γέννησαν τη ΔΗΜΑΡ, ο συμβιβασμός του 2015 έφερε τη ΛΑΕ.

Θα φέρει την τρίτη διάσπαση η ανάδειξη στην ηγεσία ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται στους κόλπους της Αριστεράς, στις ιδεολογικές ζυμώσεις και στους κοινωνικούς αγώνες από νεαρή, φοιτητική ηλικία, κάτι που μέχρι τον Κασσελάκη θεωρείτο αυτονόητο και το αντίθετο αδιανόητο;

Μένει να δείξει η Ιστορία αν θα γραφτεί ακόμη μια σελίδα στις διασπάσεις του ευρύτερου φάσματος της Αριστεράς.

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *