Η εικόνα φαντάζει ειδυλλιακή. Στο τέλος της χρονιάς του 2030 οι δρόμοι στις χώρες της Ευρώπης σφύζουν από αμιγώς ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα τα οποία δεν εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα και το επίπεδο θορύβου στις πόλεις είναι σημαντικά χαμηλότερο. Πολύ καλό σενάριο, δεν συμφωνείτε;

Όσο και να μην το βιώνουμε στη χώρα μας, στην οποία δεν υπάρχει οργανωμένη και αναπτυγμένη αυτοκινητοβιομηχανία, στην Ευρώπη έχει αρχίσει και σοβεί μια «διαμάχη» μεταξύ πολιτικών και παραγόντων του συγκεκριμένου κλάδου.

Οι πρώτοι πιέζονται και πιέζουν για την εφαρμογή μιας πολιτικής η οποία θα εξοβελίσει τους κινητήρες εσωτερικής καύσης το συντομότερο δυνατόν, ιδανικά και αύριο εάν είναι δυνατόν. Οι δεύτεροι, όντας μέσα στην πραγματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, πιέζονται και πιέζουν για τον εξορθολογισμό των εξαγγελθέντων προγραμμάτων αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους.

Μεταξύ των δύο μερών βρίσκουν τη θέση τους και οι αναλυτές της αγοράς αυτοκινήτου. Ως γνωστόν, αυτοί έχουν τον ρόλο να προβλέψουν την πορεία των πωλήσεων βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, όπως και την εξέλιξη των υφιστάμενων ή των υπό διαμόρφωση τάσεων στην Αυτοκινητοβιομηχανία. Δύσκολο ή ευκολότερο, το έργο τους είναι αναμενόμενο από όλους. Και τα αποτελέσματα των ερευνών τους πάντα θα δυσαρεστεί κάποιους.

Οι πολιτικοί προσπαθούν να δώσουν κίνητρα για την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και δημιουργούν ενθουσιασμό και προσδοκίες στο κοινό και στην χρηματιστηριακή αγορά. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, στην αρχή το προσφερόμενο χρήμα μοιάζει ατελείωτο. Ατελείωτες είναι και οι συζητήσεις για τον καινούργιο «αγγελικά πλασμένο κόσμο» στον οποίο θα ζήσουμε και υπέρμετρος ο στόμφος με τον οποίο εκφέρουμε τις βαθυστόχαστες και κυρίως… εμπεριστατωμένες σκέψεις μας περί αυτού.

Λίγο καιρό αργότερα, φυσικά, τα χρήματα μειώνονται. Η αμφιβολία αρχίζει να διαμορφώνεται, οι δεύτερες σκέψεις επιστρέφουν συχνότερα, η σιωπή ή η προσπάθεια αλλαγής θέματος στις σχετικές συζητήσεις είναι εμφανής, η πραγματικότητα μας επαναφέρει στα σκληρά δεδομένα της…«Τελικά, μήπως να πάω για σέρβις το παλιό αυτοκίνητο και να περιμένω περισσότερο για να πάρω ηλεκτρικό»;

Κάποια από τα ευρήματα των αναλυτών της αγοράς αυτοκινήτου αναφορικά με την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης στην Ευρώπη θα δυσαρεστήσουν τους πολιτικούς και όσους έχουν επενδύσει σε αυτή, σε οικονομικό ή ακόμα και σε ιδεολογικό επίπεδο. Το παράδειγμα της Γερμανίας, της βασικότερης χώρας παραγωγής αυτοκινήτων στη Γηραιά Ήπειρο, είναι χαρακτηριστικό.

Πέρυσι, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της χώρας είχε ανακοινώσει ότι ο στόχος είναι να υπάρχουν 15.000.000 αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα στη χώρα ως το 2030. Ακολουθώντας επιδοματική πολιτική ήδη από τα προηγούμενα χρόνια για τον σκοπό αυτό, τα στελέχη της πιστεύουν ότι αυτό θα είναι εφικτό.

Στις αρχές του 2022, το ποσό επιδότησης για όποιον θέλει να αποκτήσει ένα ηλεκτροκίνητο όχημα έφτανε έως τα 6.000 ευρώ για τα αυτοκίνητα αυτής της τεχνολογίας με τιμή έως 40.000 ευρώ. Στο τέλος του έτους είχε μειωθεί στα έως 4.500 ευρώ λόγω αντίστοιχης μείωσης στα σχετικά κονδύλια.

Στελέχη του Γερμανικού Κέντρου Ερευνών για την Αυτοκίνηση, έπειτα από έρευνα που πραγματοποίησαν, διαπίστωσαν ότι εάν δεν αλλάξει κάτι σε σημαντικό βαθμό, η ζήτηση για τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα τα προσεχή χρόνια θα είναι αυξανόμενη αλλά όχι στον βαθμό που εκτιμούν οι πολιτικοί της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τις προβλέψεις τους το 2030 θα κυκλοφορούν σε αυτή περίπου 7,5 εκατομμύρια ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντί των 15 εκατομμυρίων που ήταν η αρχική πρόβλεψη.

Όπως εκτιμούν, το ίδιο φαινόμενο θα ισχύσει και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Επιπλέον, αναφέρουν ότι θα πρέπει να υπάρξει εξορθολογισμός και στις προσδοκίες για την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών φόρτισης των αυτοκινήτων, τόσο ιδιωτικών όσο και δημόσιων σταθμών.

Δείτε ΟΛΕΣ τις τελευταίες ειδήσεις τη στιγμή που συμβαίνουν στο newsauto  

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.