Με έναν μοναδικό, σχεδόν ποιητικό τρόπο, ο αγαπημένος ηθοποιός και τραγουδιστής, διηγούταν στιγμές της ζωής του που τον είχαν στιγματίσει ή περιστατικά που είχαν «φωλιάσει» σαν ανεξίτηλες μνήμες στην ψυχή του.

Ο Νίκος Ξανθόπουλος, παρά την ηλικία του, ήταν δεινός χρήστης του Facebook και συχνά μοιραζόταν με τους ακολούθους του μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του. 

Σας παρουσιάζουμε μερικές από αυτές μέσα από την προσωπική του σελίδα στο Facebook και τις αναρτήσεις του:

H τελευταία του ανάρτηση ήταν άκρως συγκινητική. Μόλις μία μέρα μετά την ονομαστική του εορτή και λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο με σοβαρές επιπλοκές στην υγεία του, ο ίδιος είχε ανεβάσει μία φωτογραφία του από όταν ήταν παιδί και έγραψε:

«Σας ευχαριστώ για τις ευχές σας.. Μη με κοιτάτε παράξενα, εγώ είμαι, ο φίλος σας. Ογδόντα χρόνια πριν… Η γιαγιά μου, μού είχε πει να ‘μαι ευγενής και ν’ απαντάω στις ευχές των φίλων. Αν το επιχειρήσω θα περάσουν άλλα ογδόντα χρόνια μέχρι να τελειώσω.. Όταν ζούσε η γιαγιά δεν υπήρχε το Facebook και δεν μπορούσε να φανταστεί τί γίνεται… Σας ευχαριστώ λοιπόν για τα τρυφερά σας λόγια, τα φιλικά, τα στοργικά, τα συντροφικά, τα ειλικρινή. Με γνωρίζετε και σας γνωρίζω χρόνια.. Νάστε καλά με τους ανθρώπους σας, τις οικογένειές σας, χωρίς απώλειες στη δύσκολη εποχή που ζούμε. Κι εύχομαι να περάσουμε αυτόν το βάλτο, να βγούμε απέναντι, προδομένοι, αλλά τουλάχιστον ζωντανοί…»

«ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ όπως γύριζα την Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία, τύχαινε να συναντήσω στ’ αεροδρόμια ανθρώπους άυπνους, με κόκκινα μάτια, αξύριστους, που περίμεναν να πάρουν την πτήση για την πατρίδα. Καταλάβαινα. Γνωστή ιστορία, κάποιος δικός τους πεθαίνει, η μάνα, ο πατέρας, και φεύγουν βιαστικά, πολλές φορές αλλάζοντας δυο-τρία αεροπλάνα μέχρι να πάρουν το τελευταίο για την Ελλάδα… Σκηνικό που το ‘βλεπα συχνά στα ταξίδια μου. Δεν φανταζόμουνα ότι θα μου τύχαινε και μένα. Δούλευα στο Μόντρεαλ, όταν με πήρε στο τηλέφωνο η Εριφύλη. Έλα, ο πατέρας σου πεθαίνει. Ο πατέρας μου μέχρι τα ογδόντα του έπαιζε μπάλα με τα παιδιά μου, δεν μπορούσα να τον φανταστώ άρρωστο, και μάλιστα στα τελευταία του. Ρώτησα αν μπορώ να βγάλω το Σαββατοκύριακο. Μου είπανε προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις. Ξεκίνησα τη Δευτέρα κι όλο στο μυαλό μου στριφογύριζε το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού.. Του πατέρα σου όταν έρθεις δε θα δεις παρά τον τάφο είμαι μπρος του και σου γράφω μέρα πρώτη του Μαγιού.. Πρόλαβα ευτυχώς. Αξύριστος και άυπνος κι εγώ όπως εκείνοι, οι μετανάστες που συναντούσα στα διάφορα αεροδρόμια του κόσμου…»

«Όταν έκλεισα τη δουλειά να πάω στη Μελβούρνη κι ετοιμαζόμουνα, μου λέει η γυναίκα μου, ” Πρέπει να μιλήσεις στον Γιώργο να τον προετοιμάσεις, μην του ‘ρθει ξαφνικά ” Ο γιος μου ο Γιώργος μού είχε μεγάλη αδυναμία. Όταν πηγαίναμε κάπου ήθελε δίπλα στον μπαμπά, με το αυτοκίνητο του μπαμπά, δίπλα στην καρέκλα του μπαμπά, κολλητός μου.. Τον παίρνω λοιπόν με το αυτοκίνητο και πάμε βόλτα στην Πεντέλη, να τον προετοιμάσω για το ταξίδι.. “Κοίτα, Γιώργο μου, εγώ πρέπει να πάω ένα ταξίδι. Θα πάω και θα γυρίσω. Εσύ λες ότι το αυτοκίνητό μου γέρασε. Πρέπει να τ’ αλλάξουμε, θα πάρουμε ένα βάτραχο της Σιτροέν που σ’ αρέσει. Κι η μαμά θέλει ν’ αλλάξουμε τα έπιπλα, πρέπει να πάω, καταλαβαίνεις;” – Ναι, μπαμπά. ” Εσύ θα μείνεις στο πόδι μου, να προσέχεις τις γυναίκες μη γίνει τίποτα. Εσύ θα ‘σαι αρχηγός στο σπίτι, κατάλαβες, Γιώργο μου;” – Ναι, μπαμπά .. Το βράδυ ετοιμάζανε οι γυναίκες τα πράγματά μου, τις βαλίτσες, ο Γιώργος με τις πιτζάμες παρακολουθούσε αναψοκοκκινισμένος, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Τον βάλανε να κοιμηθεί.. Μετά από λίγο η γυναίκα μου πάει στο δωμάτιο των αγοριών να τα σκεπάσει. Ο Γιώργος δεν είχε αποκοιμηθεί..” Μαμά, να με ξυπνήσεις το πρωί, να πάω κι εγώ με τον μπαμπά στην Αυστραλία… Θα του σιδερώνω τα πουκάμισα”… Δίπλα στο κρεβατάκι του ήταν το καλαθάκι που έπαιρνε στο νηπιαγωγείο, τ’ άνοιξε η Εριφύλη, είχε βάλει δυο βρακάκια και δυο αυτοκινητάκια, έτοιμος για το ταξίδι… Τον φίλησε η μάνα του και ήρθε στο δωμάτιο βουρκωμένη».

«ΗΜΟΥΝΑ ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ. Κι αυτή τη φορά είχε περάσει καιρός, κάπου τέσσερις μήνες. Είναι βάσανο να ζεις μακριά από τους ανθρώπους σου, όλο ο νους σου είναι στην πατρίδα. Η Εριφύλη μόνη να τα βγάλει πέρα και μάνα και πατέρας… Μια μέρα την καλέσανε από το σχολείο, η δασκάλα του παιδιού. – Συγγνώμη, κυρία Ξανθοπούλου, θα σας κάνω μια αδιάκριτη ερώτηση. –Παρακαλώ. -Έχετε χωρίσει από τον άντρα σας; – Όχι, γιατί ; – Το παιδί έχει πρόβλημα με τον πατέρα του – Τι πρόβλημα ; – Έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Να, κοιτάξτε, οι ζωγραφιές που ζωγραφίζει είναι μουντές, σκούρες, δεν έχει μια χαρά, ένα χρώμα, έναν ήλιο. Ο ήλιος στις παιδικές ζωγραφιές είναι ο πατέρας, του λείπει ο πατέρας του, γι’ αυτό ρωτάω.. Η γυναίκα μου στενοχωρήθηκε, της ήρθε να κλάψει. – Λείπει ο άντρας μου στην Αμερική, δουλεύει εκεί αρκετό καιρό… Όταν της τηλεφώνησα, μετά από κάνα δυο μέρες, ακούω τον μικρό που ‘χε αρπάξει το τηλέφωνο… – Μπαμπά, πότε θα γυρίσεις; Θα γυρίσεις, ε; Δε θα μάς αφήσεις, μπαμπά; Τα μάζεψα και γύρισα άρον άρον…»

«Θέλω να σας πω μια μικρή ιστορία. Τραγουδούσα στο Σικάγο στο ΟLympic Flame , πάνε χρόνια . Είχα παρατηρήσει ένα μοναχικό τύπο που ερχόταν συχνά τα βράδια , πάντα μόνος , καθότανε στο σκαμπό του μπαρ κι έπινε το ποτό του σιωπηλός. Συχνά τα βράδια είπα ; μπορεί και να μην έλειψε κανένα βράδι. Μού ‘κανε εντύπωση. Μια φορά που βρέθηκα στο μπαρ δίπλα του είπε να με κεράσει.. Πάντα μόνος; του λέω .. Ναι, σχόλασα κι είπα να πιώ κάνα δυο να χαλαρώσω, να πάω για ύπνο… Από που είσαι;… Αρκαδία… Από πού; Ένα χωριό δεν το ‘χεις ακουστά, την Καντήλα… Σε ποιο εστιατόριο δουλεύεις; .. Είμαι κουρέας… πάω να φύγω και με πιάνει απ’ το μανίκι… Θα μου κάνεις μια χάρη;… Αμέ… Λες τραγούδια όλο γι’ αυτούς που γλεντάνε, θα πεις ένα για μένα, ένα παραπονιάρικο; Τον κοίταξα, τον είχε ρημάξει η μοναξιά. Ό,τι θέλεις… Ένα παραπονιάρικο θέλω, για τη μάνα.. Βγήκα στο πάλκο κι άρχισα τα ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙΑ.. Τον παρατηρούσα από μακριά, μόνο που δεν έκλαιγε. Ξαφνικά πετάει το ποτήρι που κρατούσε και το κάνει κομμάτια. Τον βγάλανε έξω σηκωτό, δεν τον πρόλαβα… Από τότε αυτό το τραγούδι με πειράζει…»

«Μια φορά στην πολιτεία της Αλμπέρτα του Κάναδα, όπου παίξαμε στο Κάλγκαρι και στο Έντμοντον, σταματήσαμε σ ένα ινδιάνικο χωριό, το Μπέμφ, να δούμε τη ζωή των ανθρώπων. Το χωριό ινδιάνικο, δήμαρχος ένας Έλληνας από την Κόρινθο. Μάς ξενάγησε, μας πήγε και σε κάτι ιαματικά λουτρά που ήταν το καμάρι της περιοχής. Εκεί συναντήσαμε κι έναν Αμερικανό ηθοποιό που έπαιζε σε καουμπόϊκες ταινίες, έναν με χοντρά χείλια, τον Λή Μάρβιν, είχε έρθει για τα Λουτρά. Μας συστήσανε . Του λέει ο δήμαρχος… Αυτός είναι ένας Έλληνας ηθοποιός που παίζει στο σινεμά .. Αλήθεια, λέει ο άλλος ευγενικός και καταδεχτικός . Κι όταν του λένε ότι έχω γυρίσει πενήντα ταινίες, με κοίταξε από πάνω ως κάτω. Μωρέ μπράβο μου λέει , εσύ είσαι Τζον Γουέην . Η Ελλάδα είναι μικρή χώρα του λέω, σμόλ κάντρι, σμόλ Τζόν Γουέην.. Και βάλαμε τα γέλια…»

Δείτε παρακάτω αναρτήσεις του:

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.