Οι τηγανίτες που ο Σκρουτζ Μακ Ντακ αγόρασε στα ανίψια του, Χιούι, Λιούι και Ντιούι, στη διάρκεια μιας βόλτας τους σε ένα λούνα παρκ ενέπνευσαν την πρώτη της μαγειρική απόπειρα, παιδάκι ακόμα. Και μπορεί το αποτέλεσμα να έμοιαζε περισσότερο με… σούπα, ήταν όμως, χωρίς να το γνωρίζει τότε, ο προάγγελος μιας γαστρονομικής ιστορίας που πολλά χρόνια μετά θα γινόταν η επαγγελματική της καθημερινότητα. Η Σμαράγδα Μακρή δημιούργησε το 2006 τη Μαρμίτα, ένα εργαστήρι μαγειρικής στη Θεσσαλονίκη -όταν η ενασχόληση με τις κουζίνες δεν ήταν και πολύ της μόδας- για να στεγάσει τα γαστρονομικά της όνειρα, τα οποία ασφυκτιούσαν στο τραπεζικό περιβάλλον όπου εργαζόταν. Δεκαεπτά χρόνια μετά έχει καταφέρει να μοιραστεί μαγειρικές εμπειρίες με εκατοντάδες ανθρώπους, να ενθαρρύνει την αγάπη τους για τη γαστρονομία, να τους φέρει σε επαφή με την ελληνική, αλλά και ξένες κουζίνες, να τους βοηθήσει να δημιουργήσουν και να αναπτύξει μια τρυφερή σχέση μαζί τους που περνά από που αλλού; Από το… στομάχι. Στο πλαίσιο μάλιστα της αγάπης της για την τοπική κουζίνα, εμπνεύστηκε το 2010 τον πρώτο γαστρονομικό περίπατο, Eat and Walk, προσφέροντας εδώ και 13 χρόνια κυρίως σε ξένους τουρίστες οργανωμένες γευστικές ξεναγήσεις στη Θεσσαλονίκη, όπως είναι η «Περπατώ μέσα από την παράδοση», ένας περίπατος με οκτώ γευσιγνωσίες σε ντελικατέσεν της πόλης, αλλά και η «The sweets side story», μια επίσκεψη σε γνωστά ζαχαροπλαστεία.

Από τότε που το μικρό εκείνο κοριτσάκι διάβασε μια ιστορία σε ένα Μίκυ Μάους και εμπνεύστηκε την πρώτη μαγειρική της δημιουργία, τις τηγανίτες που έμοιαζαν μαγικές, αλλά και από τότε που άρχισε να ξεφυλλίζει τον τσελεμεντέ φτιάχνοντας τα πρώτα της βρώσιμα μπισκοτάκια βουτύρου, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Με τη Μαρμίτα, από την κουζίνα της οποίας έχουν περάσει λάτρεις της μαγειρικής από 3 ετών μέχρι… 82 και με το Eat and Walk η Σμαράγδα Μακρή κατάφερε να εκπληρώσει πολλά όνειρά της, δεν σταματά όμως εδώ. Άλλωστε, μοιράζεται πια την αγάπη της για τη μαγειρική με πολλούς σεφ, τους οποίους υποδέχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην κουζίνα της Μαρμίτα. Συμμετέχει επίσης στην ομάδα των chef for zero hunger, μαγειρεύοντας για ευάλωτες κοινωνικά ομάδες, ενώ συνεχίζει να συγκινείται με τις γεύσεις. Άλλωστε, με τάξεις 10 ατόμων μία με δύο φορές την εβδομάδα και γαστρονομικούς περιπάτους 8 με 10 ατόμων κάθε Παρασκευή και Σάββατο βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με την κουζίνα που τόσο αγαπά.

«Οι συγκινήσεις που παίρνω από τη Μαρμίτα είναι πολλές. Ήρθε κάποια στιγμή μια κυρία που ήθελε να μάθει να μαγειρεύει για να φροντίσει τον άρρωστο πατέρα της. Μετά από λίγο καιρό θέλησε να με ευχαριστήσει για όλα όσα έμαθε, λέγοντάς μου πως ο πατέρας της τής είπε χαρακτηριστικά: να είσαι καλά κόρη μου, γιάτρεψες το είναι μου», λέει στη Voria η Σμαράγδα Μακρή.   

Στην κουζίνα από… κούνια

Για πολλά χρόνια η Σμαράγδα Μακρή μοίραζε τη ζωή της μεταξύ Ελλάδας και Αφρικής, όπου εργαζόταν ο πατέρας της. Όταν επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη έμενε με τη γιαγιά και τον παππού σε ένα σπίτι όπου όλοι μαγείρευαν. Η γιαγιά της ήταν εξαιρετική μαγείρισσα, ενώ ο παππούς της είχε ιχθυοτροφείο και τροφοδοτούσε με αυγοτάραχο την αγορά Μοδιάνο. Στα ταξίδια της στην Αφρική ήρθε από μικρή ηλικία σε επαφή με ξένες κουζίνες, ενώ συνέδεε κάθε ανάμνησή της με τη γεύση. Μεγαλώνοντας και θέλοντας να γίνει μεταφράστρια, σπούδασε αρχικά γαλλική φιλολογία, η ζωή όμως την έφερε να δουλεύει σε τράπεζα. Συνέχισε μάλιστα και με ένα MBA ώστε να βελτιώσει την επαγγελματική της θέση, έφτασε όμως να ασφυκτιά μέσα στο κοστούμι του τραπεζικού στελέχους. Ταυτόχρονα παρακολουθούσε όσο μπορούσε σεμινάρια μαγειρικής στο εξωτερικό και επιστρέφοντας με πολλή χαρά μετά από την κάθε της συμμετοχή, αναζητούσε στη Θεσσαλονίκη κάτι ανάλογο χωρίς επιτυχία. Μετά από 8 χρόνια στην τράπεζα και με την προτροπή και του συζύγου της, που την ενθάρρυνε να ακολουθήσει την κλήση της, έφυγε για το Παρίσι στην ηλικία των 30 και έκανε σπουδές μαγειρικής στη σχολή του ξενοδοχείου Ritz. Συνέχισε στη Φλωρεντία στο Gordon Bleu, όπου εξειδικεύτηκε στα φρέσκα ζυμαρικά και στην πίτσα, έκανε σεμινάρια για την ιστορία της γαστρονομίας στη Γαλλία και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δημιούργησε τη Μαρμίτα το 2006 σε ένα νεοκλασικό στην Εγνατία 112, όπου έμεινε κάποια χρόνια προτού μεταφερθεί στη σημερινή της στέγη, στη Μητροπόλεως 53. Συνέχισε μάλιστα να εκπαιδεύεται μαγειρικά, έγινε γευστικός αναλυτής μελιού και εξέλιξε τις γνώσεις της στο κρασί. Η επιλογή του ονόματος του εργαστηρίου της δεν ήταν τυχαία. Η μαρμίτα είναι το μεγαλύτερο μαγειρικό σκεύος μιας κουζίνας, εκεί όπου οι σεφ συνηθίζουν να φτιάχνουν τους ζωμούς τους –σε έναν τέτοιο έπεσε και ο Οβελίξ- που γίνονται η βάση για πολλές παρασκευές και δίνουν μια ξεχωριστή προσωπικότητα σε κάθε μάγειρα. Σε μια τέτοια Μαρμίτα ανακατεύει και η ίδια τη διάθεση της να μάθει στους άλλους να δημιουργούν μαγειρικά, αλλά και την όρεξη του κόσμου να εκφραστεί γευστικά. 

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.