H ενεργειακή κρίση, που ξεκίνησε μετά την πρώτη φάση της πανδημίας και την επιστροφή της παγκόσμιας οικονομίας σε αναπτυξιακούς ρυθμούς και επιδεινώθηκε δραματικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αποτελεί εδώ και μήνες το πρώτο θέμα στην επικαιρότητα. Οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και της ηλεκτρικής ενέργειας ταλανίζουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και «ματώνουν» τους προϋπολογισμούς των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα έχουν επιταχύνει εξελίξεις που σχετίζονται με την απεξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα της Ρωσίας, κυρίως μέσω της ενδυνάμωσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και γενικότερα των πράσινων μορφών ενέργειας.

Από αυτές τις εξελίξεις δεν μπορούσε να απουσιάζει η Ελλάδα. Κατ’ αρχήν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κράτος πληρώνουν πολύ ακριβό τίμημα, κυρίως επειδή στην πατρίδα μας το κύριο καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι το φυσικό αέριο, με το οποίο –επιπροσθέτως- καλύπτουν τις ανάγκες θέρμανσης περισσότερα από 700.000 νοικοκυριά. Επίσης, η χώρα μας έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια διαμετακομιστικός κόμβος φυσικού αερίου από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν προς την Κεντρική Ευρώπη. Κυρίως, όμως, τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα επιχειρεί να καταστεί παραγωγός ενέργειας. Κάτι που εν μέρει επιτυγχάνει μέσω της ραγδαίας ανάπτυξης των ΑΠΕ –φωτοβολταϊκά πάνελ, αιολικά πάρκα, υδροηλεκτρικοί σταθμοί-, ενώ έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνες για ανεύρεση υδρογονανθράκων σε περιοχές της Ηπείρου, του Ιονίου και της Κρήτης.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα πολύπλοκο τοπίο, που στο τέλος της ημέρας επηρεάζει αποφασιστικά την καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και την πορεία της εθνικής οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος της ενέργειας, που έχει επιπτώσεις στην αγροτική οικονομία, τη βιομηχανική παραγωγή, τις μεταφορές και την εφοδιαστική αλυσίδα, είναι ο βασικότερος παράγοντας της εκτίναξης του πληθωρισμού σε πρωτόγνωρα ύψη για την τελευταία 20ετία του ευρώ.

Ταυτόχρονα, οι ίδιες αυτές εξελίξεις δημιουργούν ευκαιρίες για τη χώρα μας και καλλιεργούν θετικές προσδοκίες για περιοχές της Βορείου Ελλάδος, που εμπλέκονται στις εξελίξεις. Όπως συμβαίνει με την Αλεξανδρούπολη, το λιμάνι της οποίας μετατρέπεται σε κομβικό σημείο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου, την Καβάλα, όπου εντατικοποιούνται οι ενέργειες για την άντληση πετρελαίου και τα Ιωάννινα, όπου ξεκινούν σχετικά άμεσα ερευνητικές εργασίες για τον εντοπισμό κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Στον αντίποδα, η Δυτική Μακεδονία βαδίζει τον δρόμο της απολιγνιτοποίησης, μια διαδικασία δύσκολη στην περιοχή που επί δεκαετίες αναπτύσσεται έχοντας στο επίκεντρο τα λιγνιτικά εργοστάσια της ΔΕΗ. Στην Κοζάνη, στην Πτολεμαΐδα, στο Αμύνταιο, στη Φλώρινα αυτή την περίοδο καταγράφεται αγωνία για το μέλλον, αλλά και αισιοδοξία ότι οι προσδοκίες θα ευοδωθούν και οι ευκαιρίες που ανοίγονται θα αξιοποιηθούν.

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.