Ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης δήλωσε τον Οκτώβριο του 1999 στο Ελεγκτικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ ότι «σε ένα-δύο 24ωρα η κατάσταση στο Χρηματιστήριο θα έχει ομαλοποιηθεί», ενώ ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου δήλωνε ακόμα και τον Απρίλιο του 2000, με τον γενικό δείκτη ήδη κάτω από 5.000 μονάδες, ότι «η περίοδος της νευρικότητας στο χρηματιστήριο έχει ημερομηνία λήξης, είναι η 9η Απριλίου, είναι η επανεκλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Εμείς, το ΠΑΣΟΚ είμαστε εγγυητές της ομαλής πορείας των αγορών».

Ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει. Λίγο κλισέ, αλλά ένα κλισέ που περίπου ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες είδαν να γίνεται πραγματικότητα το Φθινόπωρο του 1999, εν προκειμένω ήταν ο δείκτης τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που κατέβαινε και δεν κατέβαινε απλώς, καταβαραθρωνόταν και μαζί του το ίδιο ακριβώς έκαναν και περιουσίες ολόκληρες.

Η 23η Σεπτεμβρίου είναι η 266η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 267η σε δίσεκτα έτη. Είναι η ημέρα, το 1999, που το Ελληνικό Χρηματιστήριο όχι απλώς βάζει φρένο στην έως τότε τρελή κούρσα του, αλλά μπαίνει και σε ελεύθερη πτώση.

Επί τέσσερα χρόνια τπ ΧΑΑ συνέχισε την πτωτική του πορεία, όσο ζαλισμένοι επενδυτές, έμπειροι ή απλώς συγκυριακοί, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς τους είχε συμβεί.

Η πτώση ξεκίνησε στις 20 Σεπτεμβρίου 1999, αλλά ήταν μια μέρα σαν σήμερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, που όλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι αυτό που συνέβαινε τις τρεις προηγούμενες μέρες δεν ήταν μια απλή «διόρθωση» των τιμών, αλλά η κάθοδος προς την γενική και προσωπική οικονομική τους κόλαση.

Είχε προηγηθεί το «ανεβαίνει», φυσικά.

Και είχε ξεκινήσει το 1997, μέσα σε μια γενική ευφορία που προήλθε από διάφορους λόγους και υποβοθήθηκε σημαντικά από τη στάση της τότε κυβέρνησης, του Κώστα Σημίτη.

Μια προεκλογική αφίσα του ΠΑΣΟΚ για τις ευρωεκλογές του 1999, με τίτλο «Σήμερα 1.000.000 επενδυτές ξέρουν ότι οι μετοχές τους έχουν αξία»…

Είχαμε πάρει τους Ολυμπιακούς του 2004, είχαμε μπει στην ΟΝΕ, η γενική δημοσιονομική εικόνα της χώρας μάς παρουσιαζόταν ως εξαιρετικά βελτιωμένη, ο πληθωρισμός ήταν σε αρκετά χαμηλά επίπεδα, τα επιτόκια είχαν μειωθεί, ενώ και διεθνώς τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν πολύ καλά.

Με λίγα λόγια αισθανόμασταν ξαφνικά πλούσιοι, γιατί να μην γίνουμε λίγο ακόμη;

Όσοι ήταν από το 1997 μέσα στο Χρηματιστήριο άρχισαν να βγάζουν τρελά κέρδη και από στόμα σε στόμα, το καλοκαίρι του 1999 η μισή Ελλάδα «έπαιζε» με μετοχές.

Ήταν οι περίφημες σκηνές που δεν θα ξεχάσει κανείς απ’ όσους τις έζησαν: Οι άνθιρωποι όπου κι αν βρίσκονταν, στα γραφεία, στα μπαρ, στις ξαπλώστρες, ή και μέσα στη θάλασσα, μιλούσαν ακατάπαυστα με τους «χρηματιστές» τους, ή με άλλους «επενδυτές».

Οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα τι έκαναν, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. Το Ελληνικό Χρηματιστήριο ήταν το Ελντοράντο της εποχής και κανείς δεν έχανε.

Κάθε γειτονια απέκτησε και την ΕΛΔΕ της (εταιρείες λήψης και διαβίβασης εντολών), κάθε Έλληνας το Χρηματιστή του, το χρήμα έρεε εν αφθονία και κατά κανόνα επανεπενδυόταν, σε μια κατάσταση που θύμιζε περισσότερο Καζίνο: Πάρτα και φύγε, σου λένε οι παλιοί παίκτες για τα κέρδη, αλλά εσύ μεθυσμένος από το εύκολο κέρδος, θες να κάτσεις για μερικές μπιλιές ακόμη, να μην σπάσει η ρέντα.

Παράλληλα, οι τράπεζες μοίραζαν μετοχοδάνεια καθώς οι πελάτες τους έσπευδαν να δανειστούν χρήματα ώστε να μη χάσουν το «πάρτι» της αγοράς.

Εκείνη την εποχή περισσότερες από 1.300 εταιρείες δραστηριοποιούνταν στο Χρηματιστήριο. Ο γενικός δείκτης, που βρισκόταν στις 933 μονάδες τον Δεκέμβριο του 1996 έφτασε στο ιστορικο υψηλό των 6.335 μονάδων στις 17 Σεπτεμβρίου 1999, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 579%.

Ο όγκος των ημερήσιων συναλλαγών είχε ξεπεράσει τα 570 δισεκατομμύρια δραχμές (1,8 δισεκατομμύρια ευρώ), ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου έφτασε τα 212,8 δις ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 182% του ΑΕΠ.

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι η μετοχή της εταιρείας «Αθηναϊκές Συμμετοχές»: το Ιανουάριο του 1997 ήταν στις 61 δραχμές (0,17 ευρώ). Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1999 βρέθηκε στις 18.993 δραχμές (55,73 ευρώ), σημειώνοντας απόδοση ρεκόρ 30.866%…

Μέχρι εδώ, όλα καλά. Και μετά;

Από τη Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου ως τις 23 Σεπτεμβρίου ο γενικς δείκτης σημείωσε πτώση κατά 12,7%. Μέσα σε μια εβδομάδα έχασε πάνω από 1.000 μονάδες. Η καθοδική πορεία συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτιο του 2003, με τον γενικό δείκτη να έχει πέσει στις 1.467 μονάδες.

Δεν ήταν απλό κραχ, ήταν καταστροφή. Και κάπου εκεί αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και το προφανές: Ότι υπήρχαν μετοχές–φούσκες. Αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι υπήρχαν εταιρείες των οποίων η μετοχή είχε πάει στα ύψη, αλλά η πραγματική τους οικονομική δραστηριότητα ήταν μηδαμινή.

Ο πανικός είναι πολύ κακός σύμβουλος στις οικονομικές συναλλαγές και οι έμπειροι ξέρουν ότι μπορεί να διαλύσει ένα Χρηματιστήριο ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος, πολλώ δε μάλλον όταν υπάρχει.

Ο φαύλος κύκλος είναι απλός: Με το που αρχίζουν να πέφτουν οι δείκτες, οι επενδυτές πουλάνε για να περιορίσουν τη χασούρα, οι δείκτες άρα και οι τιμές πέφτουν κι άλλο, πουλάνε περισσότεροι, οι τιμές πέφτουν κι άλλο και ούτω καθ’ εξής.

Στην καταστροφή αυτή δεν ήμασταν μόνοι μας, αλλά ήμασταν από τους χειρότερους: την ίδια εποχή η υπόσχεση της τεράστιας ανάοτυξης που θα έφερνε η ψηφιακή επανάσταση άρχισε να αποδεικνύεται «άνθρακες» και τα μεγάλα Χρηματιστήρια του εξωτερικού, όπως στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, παρουσίασαν επίσης μεγάλη πτώση.

Κι όχι ότι κι εκεί δεν υπήρχαν μετοχές-φούσκες, αλλά εδώ αποδειχθήκαμε πρωταθλητές. Διότι επενδύαμε κατά κανόνα όπου να ‘ναι και όπως να ‘ναι.

Επενδύθηκαν, για παράδειγμα, τεράστια ποσά σε μετοχές μικρών εταιρειών της περιφέρειας που κατέρρευσαν ευκολότερα, ενώ υπήρχε απόλυτη άγνοια για τους ασφαλείς τρόπους ανάληψης ρίσκου και για την φύση των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων.

Επιπλέον, το insider trading, η διάδοση και εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών δηλαδή, μια παράνομη πρακτική, γιγαντώθηκε, καθώς οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι και το θεσμικό πλαίσιο ήταν διάτρητο.

Οπότε καθένας που ήξερε κάτι για την πορεία μιας εταιρίας, ή τις οικονομικές προσδοκίες, έβγαζε τις πληροφορίες στην αγορά και γινόταν πανζουρλισμός.

Μετά, ήταν και οι εισηγμένες που υπέγραφαν συμβάσεις με το κράτος: Μεγαλοστελέχη και κρατικοί αξιωματούχοι που ήξεραν για τις συμβάσεις αυτές, έκαναν πάρτι αγοράζοντας μετοχές πριν ανακοινωθούν οι υπογραφές, οι οποίες αναπόφευκτα εκτόξευαν τις τιμές στα ύψη.

Διόλου παράξενο που το ίδιο το κράτος ενθάρρυνε τη συμμετοχή του κόσμου στο παιχνίδι και καλλιεργούσε συστηματικά την αισιοδοξία. Ήταν πολλά τα λεφτά και χρειάζονταν ένα έυφορο έδαφος για να κινηθούν.

Σε πολιτικό επίπεδο, δεν ήταν μόνο η κυβέρνηση που «αγαπούσε» το Χρηματιστήριο εκείνην την εποχή: Λίγες μέρες πριν αρχίσει η ελεύθερη πτώση, ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κώστας Καραμανλής, έλεγε: «πιστεύουμε ότι σήμερα το χρηματιστήριο είναι σε μια φάση έντονης ανάπτυξης και πιστεύουμε ότι στο μέλλον, κοντινό και απώτερο, θα είναι ακόμη πιο ανθηρό»…

Λίγες μέρες μετά την έναρξη της πτώσης, άρχισε να γενικεύεται ο πανικός και ο κόσμος μαζευόταν ανήσυχος έξω από το Χρηματιστήριο, όσο μέσα σε αυτό τα λεφτά του γίνονταν αέρας.

Ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης Σημίτη διαβεβαίωναν ότι οι κλυδωνισμοί στο Χρηματισήριο ήταν προσωρινοί.

Απόλυτα εναρμονισμένος, ο προέδρος της ΝΔ, Κώστας Καραμανλής, επέμενε: «εγγυούμαστε απόλυτα για μια διαρκώς ανοδική πορεία του Χρηματιστηρίου από τις 10 Απρίλη».

Το ΠΑΣΟΚ πήρε τελικά τις εκλογές και η ΝΔ θυμήθηκε ότι τελικά κάτι δεν πήγαινε καλά με το Χρηματιστήριο. Κατέθεσε πρόταση μομφής κατά του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννου Παπαντωνίου, η οποία καταψηφίστηκε την 1η Φεβρουαρίου 2001 με 154 υπέρ και 125 κατά.

Και τότε άλλαξε ο σκοπός: Στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, ο Καραμανλής δήλωσε ότι «το όνειρο του εύκολου πλουτισμού, που υποσχόταν η Κυβέρνηση, μετατράπηκε σε εφιάλτη για σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο επενδυτές, με ευθύνη της Κυβέρνησης».

Ο Σημίτης δικαιολόγησε την πτώση λέγοντας ότι οφειλόταν στο διεθνές κλίμα που συμπαρέσυρε και τα χρηματιστήρια του εξωτερικού.

Οι μικροεπενδυτές ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, οικογένειες καταστράφηκαν, επιχειρήσεις έκλεισαν.

Με τις πιέσεις που υπήρχαν, ή υπόθεση ήταν αυτονόητο ότι θα έπαιρνε το δρόμο της δικαιοσύνης με επίσημη δικαστική διερεύνηση που οδήγησε στον έλεγχο 23 εταιρειών για χειραγώγηση μετοχών.

Η υπόθεση καθυστέρησε πολλά χρόνια, κάτι το οποίο επιδεινώθηκε λόγω εμπλοκής της ανακρίτριας σε παραδικαστικό κύκλωμα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάσισε εν τέλει το 2009 να παραπέμψει 67 άτομα σε δίκη. Με εφετειακό βούλευμα, οι κατηγορούμενοι μειώθηκαν σε 42.

Το εφετείο κατέληξε ομόφωνα το 2013 στην απαλλαγή και των 42 κατηγορουμένων για αδικήματα απάτης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Κατόπιν αίτησης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε την αθωωτική απόφαση το 2016. Η δεύτερη δίκη ξεκίνησε το 2017 με μόνο 36 κατηγορούμενους, καθώς οι άλλοι έξι είχαν πεθάνει. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων εκδίκασε την υπόθεση το 2018, απαλλάσσοντας τελεσίδικα όλους τους κατηγορούμενους με πλειοψηφική απόφαση 2 προς 1.

Η Εισαγγελέας της έδρας άσκησε εκ νέου έφεση με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, το οποίο, όμως, απέρριψε την έφεση ως αναιτιολόγητη κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Με λίγα λόγια, όπως συμβαίνει συνήθως, για όλην αυτήν την αδιανόητη κατάσταση, πολύ απλά δεν έφταιξε κανείς.

1932. Το Βασίλειο Νατζντ και Χετζάζ συγχωνεύεται με τις οάσεις Αλ Χασά και Αλ Κατίφ και υπό τον βασιλιά Αμπντούλ Αζίζ Ιμπν Σαούντ σχηματίζεται η Σαουδική Αραβία, το μοναδικό κράτος που φέρει το όνομα του ηγεμόνα του.

1937, Σαγκάη. Τα εκατοντάδες πτώματα ανήκουν σε άμαχους Κινέζους που σκοτώθηκαν στη Σαγκάη όχι από τα πυρά Ιαπώνων, αλλά από τις βόμβες των κινεζικών μαχητικών που βομβαρδίζουν ασταμάτητα την πόλη. Οι νεκροί από τους βομβαρδισμούς ήταν τόσο πολλοί που ήταν αδύνατο να αναγνωριστούν και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

1949, Νιού Τζέρσεϊ. Γεννιέται ο Αμερικανός μουσικός Μπρους Σπρίνγκστιν.

1957, Μελβούρνη. Ο Έρικ Κεμπ είναι μηχανικός αεροσκαφών στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Από τη δουλειά του εμπνεύστηκε το σχέδιο γι αυτή την πρωτότυπη μηχανή, την οποία και δοκιμάζει στους δρόμους της πόλης.

1965, Παμπλόνα. Ένας από τους δεκάδες ταύρους που αφήνονται να τρέχουν ελεύθεροι στους δρόμους της Παμπλόνα στην Ισπανία, μια φορά το χρόνο. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με έναν αγριεμένο ταύρο, ελάχιστοι έχουν το θάρρος των ταυρομάχων. Οι περισσότεροι, απλώς σκαρφαλώνουν κάπου ψηλά…

1968, Απού Σιμπέλ. Εξωτερική όψη της εισόδου στο ναό της βασίλισσας Νεφερτίτη στην ανασκαφή του Αμπού Σιμπέλ. Ο ναός χτίστηκε από το βασλιά Ραμσή τον δεύτερο, ως δώρο στη σύζυγό του Νεφερτίτη, η οποία τον αφιέρωσε στη λατρεία της Χατ-χορ, θεάς του χορού και της μουσικής.

1971, Μαϊάμι. Μια ομάδα κρατουμένων, στη φυλακή του Ντέιντ, παρακολουθούν τον B.B. King, ο οποίος παίζει γι αυτούς. Ο B.B. King, έχει ξεκινήσει μια περιοδεία στις φυλακές του νότου των ΗΠΑ, σκοπεύοντας να δώσει τουλάχιστον 12 τέτοιες συναυλίες για κρατουμένους.

1977, Νέα Υόρκη. Ο τραγουδιστής των Rolling Stones Μικ Τζάγκερ με τον Άντι Γουόρχολ, στο κλαμπ Trax, της Νέας Υόρκης.

1976, Φιλαδέλφεια. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ και ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζίμι Κάρτερ, κατά τη διάρκεια του πρώτου από τα τρία τηλεοπτικά τους debates, στο θέατρο Γουόλνατ στη Φιλαδέλφεια.

1979, Νέα Υόρκη. Περισσότεροι από 180.000 άνθρωποι διαδηλώνουν κατά των πυρηνικών όπλων, στη σκιά των δίδυμων πύργων στο Μανχάταν.

1997, Κονγκό. Ο Λουλένγκα είναι ένας 11χρονος γορίλας των βουνών, που ζει στο εθνικό πάρκο Βιρούνγκα του ανατολικού Κονγκό. Ο Λουλένγκα είναι ο αρχηγός της ομάδας του, από τότε που ο πατέρας του σκοτώθηκε από λαθροκυνηγούς, το 1975. Υπάρχουν περίπου 610 γορίλες των βουνών και οι περισσότεροι ζουν στο συγκεκριμένο πάρκο.

Από Epi kairos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.