Ευχάριστη έκπληξη για το υπουργείο Εξωτερικών και το Μέγαρο Μαξίμου αποτέλεσαν οι δηλώσεις της Γερμανίδας υπουργού Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ στην Αθήνα.

Και αυτό γιατί όσα είπε για την Τουρκία και την αναθεωρητική της στάση ερμηνεύθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση ως στροφή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής υπέρ της χώρας μας.

Επιπλέον, άφησε για πρώτη φορά μια χαραμάδα αισιοδοξίας για την αναγνώριση των πολεμικών αποζημιώσεων που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα, έστω με τη μορφή επενδυτικών προγραμμάτων.

Τα προηγούμενα χρόνια οι Γερμανοί ΥΠΕΞ ακολουθούσαν πολιτική «Πόντιου Πιλάτου» στις ελληνοτουρκικές θέσεις.

Τα περίπου τρία εκατομμύρια ψηφοφόροι τουρκικής καταγωγής που ζουν στη Γερμανία, καθώς και ένα ευρύ πλέγμα οικονομικών και εμπορικών σχέσεων ήταν παράγοντες που καθόριζαν τη στάση της Γερμανίας έναντι της Τουρκίας. Όταν προστέθηκε και το μεταναστευτικό, και η Κοινή Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό, φάνηκε η ζυγαριά να γέρνει «νομοτελειακά» υπέρ της γειτονικής χώρας.

Αιφνιδιασμένοι Μητσοτάκης και Δένδιας από την ανεπιφύλακτη αποδοχή των ελληνικών επιχειρημάτων από την Μπέρμποκ

Για τον λόγο αυτό ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας αιφνιδιάστηκαν όταν άκουσαν, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, τη Γερμανίδα υπουργό Εξωτερικών να αποδέχεται ανεπιφύλακτα τα ελληνικά επιχειρήματα, αλλάζοντας με τον τρόπο αυτό μια από τις θεωρούμενες σταθερές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας της.

Η κυρία Μπέρμποκ, μάλιστα, συνέδεσε με έμμεσο τρόπο τον ρωσικό και τον τουρκικό αναθεωρητισμό, δηλώνοντας ότι το θέμα της εδαφικής ακεραιότητας το νιώθει διαφορετικά στην Αθήνα από ό,τι στο Βερολίνο.

«Και το ίδιο συμβαίνει και με τις δύο βαλτικές χώρες και την εγγύτητά τους με τη Ρωσία», πρόσθεσε. «Είναι σημαντικό, λοιπόν, να αφουγκραζόμαστε, να έχουμε ανοιχτά τα αυτιά και να ακούμε, να παρακολουθούμε τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και να δούμε τι σημαίνει αυτό και για τις σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας», επισήμανε.

Λίγα λεπτά νωρίτερα, απευθυνόμενη στον Έλληνα ομόλογό της, δήλωσε ρητά ότι τα ελληνικά νησιά αποτελούν ελληνικό έδαφος και ότι η γερμανική κυβέρνηση στέκεται αλληλέγγυα στο πλευρό της Ελλάδας, προς όφελος και της ευρωπαϊκής οικογένειας.

«Ξέρω ότι από τη δική σας πλευρά οι γείτονές σας, η Τουρκία, σας δημιουργούν μεγάλους προβληματισμούς», σημείωσε η κυρία Μπέρμποκ. «Συζητήσαμε επί μακρόν επ’ αυτού, διότι τα πράγματα είναι διαφορετικά σήμερα από ό,τι πριν από 15 χρόνια. Για εμένα είναι σαφές ότι οι συγκρούσεις μεταξύ εταίρων στο ΝΑΤΟ πρέπει να επιλύονται μέσω της συζήτησης. Και αυτό άλλωστε, η διένεξη στους κύκλους της συμμαχίας, είναι αυτό που επιθυμεί ο Πούτιν».

Η Γερμανίδα υπουργός Εξωτερικών συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, λέγοντας ότι «είναι σημαντικό να υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός της κυριαρχίας, και, σήμερα, όταν μιλάμε για το διεθνές δίκαιο, τότε αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει ακόμα και όταν είναι πολύ περίπλοκα τα ζητήματα διεθνούς δικαίου, κάποια ζητήματα είναι πάρα πολύ σαφή. Τα νησιά του Αιγαίου είναι ελληνικό έδαφος και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να το αμφισβητήσει αυτό. Χρειαζόμαστε ενότητα, διάλογο και αυτές τις δύσκολες στιγμές χρειαζόμαστε να ενεργούμε με σύνεση, όπως πράττετε εσείς ως κυβέρνηση.

»Η δική μου κυβέρνηση, λοιπόν, δεν θα επιτρέψει να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι στεκόμαστε αλληλέγγυοι στο πλευρό της Ελλάδας προς όφελος ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικογένειας».

Επιπλέον, για να μην αφήσει καμία αμφιβολία ότι όσα λέει τα εννοεί, η κυρία Μπέρμποκ τόνισε ότι είναι ένα είδος υπουργού Εξωτερικών που δεν λέει το ένα στη μια πρωτεύουσα και το άλλο στην άλλη πρωτεύουσα. «Αυτό που λέω εδώ, θα το πω και στην Τουρκία», δήλωσε.

Μπέρμποκ: Δεν τα κάναμε όλα σωστά την περίοδο της οικονομικής κρίσης

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Γερμανίδα υπουργό Εξωτερικών στους στενούς και ιδιαίτερους δεσμούς που συνδέουν τη χώρα της με την Ελλάδα.

Παραδέχθηκε, όμως, ότι η σχέση αυτή τραυματίστηκε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

«Και εμείς εκείνη την περίοδο δεν τα κάναμε όλα σωστά», υπογράμμισε.

Σε ό,τι αφορά τις πολεμικές αποζημιώσεις από την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, δεν αναγνώρισε πλήρως το δίκαιο αίτημα της Ελλάδας, λέγοντας ότι αντιλαμβάνεται ότι, «σε αντίθεση με τη Γερμανία, η ελληνική κυβέρνηση δεν θεωρεί λήξαν αυτό το θέμα». Αλλά πρόσθεσε ότι ο ειλικρινής διάλογος είναι μια καλή βάση για να χτιστεί κάτι παραπάνω, και ανακοίνωσε ότι θα μπορούσε, εκτός από τα προγράμματα στήριξης των θυμάτων και των απογόνων τους, να υπάρξει και συμφωνία για επενδύσεις «ιδιαίτερα σε πόλεις και χωριά που επλήγησαν ιδιαίτερα βαριά από τη γερμανική κατοχή».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.