Ήταν Νοέμβρης του 1978, όταν ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο στο σταθμό Χωροφυλακής και άγνωστος κατήγγειλε ότι σε συγκεκριμένο σπίτι στο Κωσταλέξι, όπως έλεγαν οι ντόπιοι το χωριό, στο υπόγειο, έμενε φυλακισμένη από την οικογένειά της, μια νέα γυναίκα. Την άλλη μέρα οι Χωροφύλακες, πήγαν στο σπίτι και μπήκαν στο υπόγειο. Οι συνθήκες που αντίκρυσαν δεν περιγράφονταν. Μια νέα γυναίκα, γυμνή, ζούσε σε ένα χώρο γεμάτο ακαθαρσίες, έχοντας ξεχάσει ότι είναι άνθρωπος.

Ήταν η Ελένη Καρυώτη, 47 ετών, η η οποία είχε σχεδόν ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος. Άγριο βλέμμα, άναρθρες κραυγές και βρώμα. Κάλυπτε το σώμα της με μια τρύπια λινάτσα. Κοιμόταν σ΄ ένα ξύλινο μπαούλο το χειμώνα, σε σακιά με σιτάρι το καλοκαίρι. Αφόδευε στο χώρο που ζούσε δεμένη, στην αποθήκη του σπιτιού, επί 29 χρόνια. Σχεδόν επιτέθηκε στους αστυνομικούς, που πήγαν να την βγάλουν έξω. Ήταν κουρνιασμένη σε μια γωνιά, σαν “δαρμένο σκυλί”, έγραφαν τότε οι εφημερίδες.

Οι αστυνομικοί την άφησαν να ηρεμήσει και άρχισαν να της μιλούν. Της εξήγησαν ότι ήταν ελεύθερη, αλλά θα έπρεπε να την πάνε στο νοσοκομείο, να την εξετάσουν οι γιατροί. Δεν καταλάβαιναν τις απαντήσεις που τους έδινε. Σκέπαζε το πρόσωπό της κι έτρεμε. Τα αδέρφια της δεν ήθελαν να την αφήσουν να φύγει. Χρειάστηκε εντολή από τον εισαγγελέα για να την πάνε στο νοσοκομείο.

Οι νοσοκόμες εκεί περιέγραψαν συγκλονιστικές εικόνες. Νύχια τόσο μακριά και βρώμικα που φοβόσουν να τα βλέπεις. Μαλλιά κολλημένα με ακαθαρσίες στο σώμα της. Στο φαγητό που της έδιναν ορμούσε σαν πεινασμένο αγρίμι. Όταν κάπως ηρέμησε, με την πάροδο των ημερών, οι γιατροί διέγνωσαν ψυχικές νόσους. Την μετέφεραν στην Αθήνα.  Τα αδέρφια της είπαν στην αρχή ότι δεν γνώριζαν πού ήταν η αδερφή τους. Συνελήφθησαν και πέρασαν από δίκη.

Το τι ακούστηκε στο δικαστήριο δεν έχει τέλος. Εκδοχές επί εκδοχών. Η δημοφιλέστερη στο κοινό ήταν ότι η Ελένη, νεαρή κοπέλα στην Κατοχή και στον εμφύλιο, ερωτεύτηκε έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ. Μια άλλη εκδοχή ανέφερε ότι η Ελένη είχε ερωτευτεί ένα κομμουνιστή δάσκαλο. Οι γονείς της όμως ήταν βασιλόφρονες και αποφάσισαν να την κλείσουν στην αποθήκη, να την φυλακίσουν.

Αυτός ο απαγορευμένος έρωτας και οι σχετικές ιστορίες που δημοσιεύονταν τότε σε ολοσέλιδα αφιερώματα των εφημερίδων της εποχής, συγκινούσαν. Οι άνθρωποι έτρεχαν να αγοράσουν τις εφημερίδες για να μάθουν τη συνέχεια στο δράμα. Ήταν ένα σήριαλ που κάθε μέρα γέμιζε τα ταμεία των εφημερίδων, οι οποίες ήταν τότε ακόμα το βασικό μέσο ενημέρωσης του κόσμου. Η υπόθεση έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα ο κόσμος θεωρούσε υπεύθυνους τους γονείς, και γενικότερα το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και το χωριό ολόκληρο που ήξερε αλλά δεν μιλούσε.

Το Κωσταλέξι έγινε διάσημο αξιοθέατο, αλλά η πρωταγωνίστρια δεν ήταν πια εκεί. Είχε μεταφερθεί στην Αθήνα και ρτην παρακολουθούσαν ψυχίατροι. Η υγεία της βελτιωνόταν κι εκείνη άρχισε να προσαρμόζεται στον κόσμο που είχε αλλάξει, αλλά εκείνη δεν τον είχε γνωρίσει.

Μια άλλη όψη του ίδιου… νομίσματος έδωσε μετά από χρόνια η τηλεοπτική εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου». Σύμφωνα με αυτήν στη δεκαετία του ’40 και με αφορμή τις φρικαλεότητες του εμφυλίου πολέμου των οποίων έγινε και η ίδια μάρτυρας, η κοπέλα εμφάνισε συμπτώματα ψυχικής νόσου. Ο πατέρας της κάτι κατάλαβε και την πήγε σε ένα γιατρό που γνώριζε στην Λαμία. Βέβαια ο γιατρός ήταν παθολόγος και τους παρέπεμψε σε ψυχίατρο. Πήγαν αλλά κι αυτός κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει πολλά και τους συνέστησε να πάνε σε νοσοκομείο. Πήγαν, στο Νοσοκομείο Ψυχικών παθήσεων στο Δαφνί.

Κι εκεί όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να άρεσαν ούτε στον πατέρα ούτε στην κόρη. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1950, η προσέγγιση σε ψυχικές νόσους ήταν πολύ διαφορετική από σήμερα. Η κοπέλα φαίνεται ότι οδηγήθηκε στην πτέρυγα των ψυχωσικών.

Ο πατέρας της όμως αποφάσισε να την πάρει πίσω μαζί του. Επέστρεψαν στο Κωστσαλέξι, αλλά πλέον κουβαλούσαν το στίγμα του τρελού, που όπως καταλαβαίνουμε όλοι στιγμάτισε ολόκληρη την οικογένεια, αφού ένα μέλος της είχε στιγματιστεί με “ψυχική νόσο”. Πάντα κατά την συγκεκριμένη εκδοχή, ακολούθησαν η απομόνωση και η παραίτηση, και μάλιστα ως φυσικά επακόλουθα, με βάση τα τότε δεδομένα.

Με τέτοιο στίγμα , τα αδέλφια της Ελένης έμειναν ανύπαντρα. Όταν πέθαναν οι γονείς είχαν αφήσει “ευχή και κατάρα” στα παιδιά τους να μην εγκαταλείψουν την μικρή τους αδελφή. Αυτή η εκδοχή βέβαια δεν “πούλαγε” όσο η άλλη. Απαγορευμένοι έρωτες, αντάρτες, σκληρότητα, τιμωρία, εγκλεισμός, φρίκη, αλλά στο τέλος, ήρθε η λύτρωση. Αυτό που προτιμούσαν οι περισσότεροι, αυτό έγραφαν περισσότερο οι εφημερίδες.

Τα αδέρφια της Ελένης συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο ανακριτή. Στη Λαμία πήγαν να τους λιντσάρουν. Οι κατηγορίες ήταν σε βαθμό κακουργήματος.
Στη δίκη που ακολούθησε, με εξαίρεση τον εισαγγελέα που κατέστησε υπόδικο όλο το χωριό, το δικαστήριο αποφάσισε την αθώωση που ήρθε σαν ετεροχρονισμένη δικαίωση.

Τα τρία αδέρφια κρίθηκαν εντελώς ακατάλληλα για να βοηθήσουν την Ελένη. Το ίδιο ήταν στην ουσία τότε και όλες οι αρμόδιες αρχές και δομές που θα έπρεπε, εκείνη την εποχή, να βοηθήσουν την Ελένη, η οποία επέστρεψε στο σπίτι της.

Το Κωσταλέξι ηρέμησε και στο τέλος ξεχάστηκε. Το 1998 όμως έγινε γνωστό ότι η Ελένη Καρυώτη εξαφανίστηκε. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα και δεν γύρισε ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.