Α, ρε μάνα. Και του ύψους και του βάθους. Υπερβολική σε όλα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με φροντίζεις, με συμβουλεύεις, με νουθετείς, με καθοδηγείς, με μαλώνεις. Να μην κρυώσω, να διαβάζω, να επιλέγω καλούς φίλους, πώς γίνεται αλήθεια αυτό; Να μην μπλέξω σε μπελάδες. Και φυσικά το κλισέ «όταν θα κάνεις τα δικά σου παιδιά, τότε να σε δω».

-Μην ξεχάσεις να βάλεις τα μπλε τάπερ στην κατάψυξη. Τα λευκά στη συντήρηση. Κοίτα, αυτά τα σεντόνια είναι σιδερωμένα, πρόσεξε μην τα τσαλακώσεις στη βαλίτσα . Και τα παπούτσια σε σακούλα, ξεχωριστά. Εντάξει;

ΠροηγούμενοΤσιτσιπάς – Ζβέρεφ: Τι ώρα είναι ο ημιτελικός και ποιο κανάλι θα τον δείξειΕπόμενο Θλίψη στον κινηματογράφο – Πέθανε σε ηλικία 79 ετών ο γνωστός ηθοποιός, Φρεντ Γουάρντ

Γράφει η Κωνσταντία Κοζανίτου

-Αμάν βρε μάνα! Κάθε φορά που φεύγω τα ίδια . Δεν βαρέθηκες;

-Καθόλου. Αφού δεν με ακούς. Ακαταστασία και άγιος ο Θεός. Δεν άνοιξα το σάκο σου όταν ήλθες για το Πάσχα και έπαθα σοκ; Μπλουζάκια, κάλτσες, φόρμες, sneakers όλα φύρδην μίγδην. Να μη σχολιάσω τη μπόχα όταν άνοιξα το φερμουάρ. Πρόσεχε, ένα μανίκι κρέμεται απ’ έξω, μην το τραβάς, θα το σκίσεις!

-Πρόσεχε, πρόσεχε. Μάνα, τη σιχάθηκα τη λέξη.  Και δεν σχολιάζεις;  Εσύ; Ποτέ;   Δεν μου την είπες τώρα δα; Τέλος πάντων,  δεν το συνεχίζω. Έτσι ή αλλιώς δεν σε πιάνω από πουθενά. Ήλθε όμως η ώρα. Έφυγα.

Έχε χάρη που θα μου λείψεις, που δεν θέλω να χωρίσουμε μουτρωμένοι, που δεν ξέρω πότε θα σε ξαναδώ, που μπορεί να μπλέξεις με καμιά τσούπρα και να ξεχάσεις τη μάνα σου  . Άκουσον, άκουσον «του την είπα». Στη γυναίκα σου θα μιλάς με τον ίδιο τρόπο; Βάζω στοίχημα ∙ σ’ εκείνη τσιμουδιά. Σε μένα ,βλέπεις, μπορείς να λες  ό, τι θέλεις και να το ξεχνώ στη στιγμή. Να σε συγχωρώ πριν καν  το ζητήσεις..

–Ορίστε; Τόσο γρήγορα; Καλά, αλλά μη μου κακιώνεις που λέω καμιά λέξη παραπάνω.

-Όχι, βέβαια. Άντε να σε χαιρετήσω. Ε, τώρα, γιατί κλαις;

Και μένα θα μου λείψεις, μαμά. Το άγγιγμά σου, όταν δήθεν τυχαία το χέρι σου στρώνει μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου. Το χαμόγελό σου, με τα μαγνητάκια του ψυγείου που σου φέρνω από τα ταξίδια μου. Τη μυρωδιά σου όταν με σκεπάζεις  με την κουβέρτα τα βράδια, όσο αργά κι αν γυρίσω. 

Γιατί δεν του λέω πόσο τον αγαπάω; Ότι θα είμαι πάντα δίπλα του. Ότι θα τον στηρίζω ό, τι κι αν κάνει. Το πόσο μου άρεσε η έκπληξη όταν ο ανθοπώλης χτύπησε το κουδούνι  στη γιορτή της μητέρας . Αντίθετα, του είπα, γιατί ξοδεύτηκες;  Πόσο τον καμαρώνω που πετυχαίνει τους στόχους του, που προχωράει στη ζωή του;

 -Αφού με ξέρεις. Από τότε που… Να, τα σκούπισα.  Ευχαριστημένος;  Αγόρι μου, υποσχέσου μου ότι δεν θα τρέχεις και θα μου στείλεις μήνυμα μόλις φτάσεις στην Ξάνθη. 

-Καλά. Θα το βάλω στην υπενθύμιση. Αστειάκι, μην θυμώνεις. Αλλά, μπορεί να κάνω και καμιά στάση στο δρόμο. Θα με περιμένει και η παρέα για μπύρες, μπορεί να αργήσω. Πάλι κλάψα; Πώς κάνεις έτσι, ρε μάνα ; Δεν πάω και στον πόλεμο.

-Μη με τρελαίνεις τώρα. Μη μου μιλάς για πόλεμο. Ξέρεις ότι η φίλη μου η Ταμίλα έχει μέρες να επικοινωνήσει με τον αδελφό της στο Κίεβο;

-Αλήθεια; Λυπάμαι πολύ. Θα δεις, σήμερα αύριο θα μιλήσουνε. Η κατάσταση στην Ουκρανία είναι χάλια. Υπολειτουργούν,  λένε, τα τηλέφωνα. Έλα, μη στενοχωριέσαι. Θα σου τηλεφωνήσω. Άντε γεια. Κοντεύω να βγάλω ρίζες στην πόρτα. Φιλί;

Γύρισε την πλάτη και μπήκε στο αυτοκίνητο. Την ώρα που εξαφανιζόταν στη γωνία του δρόμου τον σταύρωσα στον αέρα.

Το σπίτι φάνταξε άδειο, έρημο. Οι σιωπές ανάμεσα στα δάκρυα περίσσεψαν. Έσμιξαν με τις θύμησες.  Σαν καταρράκτης που το φράγμα έσπασε, όρμησαν και γκρέμισαν τα όρια, τις σκέψεις, την θλίψη.  Ανασκουμπώθηκα.  Ζέστανα το κοκκινιστό που έμεινε από το μεσημέρι. Το σπίτι μύρισε σπιτικό.  

Ξέρεις, τα σπίτια πεισμώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις*

*Γιώργος Σεφέρης: Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.