Ο Πιτ Μπούτιτζατζ θέλει να είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ

Ο Πιτ Μπούτιτζατζ είναι δήμαρχος αλλά θέλει να γίνει ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ και αν τα καταφέρει θα είναι ο πρώτος ανοιχτά γκέι πρόεδρος.

Στο μυαλό ενός τριανταεπτάχρονου δημάρχου, μιας πόλης εκατό χιλιάδων κατοίκων περίπου στη μέση του Αμερικάνικου πουθενά ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ δε θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από τον τωρινό.

Ο εν λόγω δήμαρχος απαντάει στο όνομα Πιτ Μπούτιτζατζ, και το 2020 σκοπεύει να γίνει ο τεσσαρακοστός έκτος Πρόεδρος των ΗΠΑ.

Ο τριανταεπτάχρονος με τη Μαλτέζικη καταγωγή είναι παιδί της Αμερικανικής μεσαίας τάξης, γέννημα-θρέμμα της Ιντιάνα και του Σάουθ Μπεντ, το οποίο και υπηρετεί από το 2011. Σπούδασε ιστορία και λογοτεχνία στο Χάρβαρντ ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Οξφόρδη, όπου σπούδασε φιλοσοφία, πολιτική επιστήμη και οικονομικά, αποφοιτώντας με άριστα. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του δούλεψε για το Δημοκρατικό κόμμα σε συμβουλευτικές θέσεις ενώ αργότερα εργάστηκε στη McKinsey όπου ειδικεύτηκε σε θέματα ενέργειας.

Μέσα σε όλα αυτά, δεν παρέλειψε να ασχοληθεί με πάμπολλες ξένες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των Νορβηγικών αλλά και των πολιτικά απαραίτητων Ισπανικών, ενώ πρόλαβε να γίνει αρκετά καλός στο πιάνο ώστε να εμφανιστεί ζωντανά με την ορχήστρα της πόλης του το 2013.

Κι αν τα παραπάνω φωνάζουν «whiteprivilege» ο Μπούτιτζατζ διέψευσε τα στερεότυπα θέτοντας τον εαυτό του στη διάθεση των ενόπλων δυνάμεων από το 2009 και υπηρετώντας στο Αφγανιστάν το 2014, διακόπτοντας μάλιστα την πρώτη του δημαρχιακή θητεία. Έχοντας επανεκλεγεί με συντριπτικό ποσοστό, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών το 2020, όντας ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος υποψήφιος στην ιστορία του κόμματος του.

Στην προεκλογική του εκστρατεία βρίσκεται συχνά δίπλα του ο σύζυγος του και καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Τσάστεν Γκλίζμαν—ο οποίος όμως πλέον χρησιμοποιεί κι εκείνος το επίθετο Μπούτιτζατζ. Ο Πιτ γνώρισε τον Τσάστεν 2015 μέσω την εφαρμογής Hinge—αρκετά ανορθόδοξα για υποψήφιο Πρόεδρο, θα έλεγε κανείς. Εκείνη τη χρονιά επέλεξε να δημοσιοποιήσει πως είναι ομοφυλόφιλος, ενώ δύο χρόνια μετά οι δύο τους αρραβωνιάστηκαν. Από το 2018 είναι παντρεμένοι, γεγονός που μάλλον θα αναγκάσει τους bookersνα σπάσουν τα κεφάλια τους για τον επίσημο τίτλο που θα αποδοθεί στον Τσάστεν εφόσον ο Πιτ Μπούτιτζατζ καταφέρει να εκλεγεί Πρόεδρος.

Κι αν όπως φημολογούταν ο Μπιλ Κλίντον είχε καταλήξει στον τίτλο «First Gentleman» η αμεσότητα της καμπάνιας του Μπούτιτζατζ που έχει ως βάση το logo «Pete 2020» ίσως να αποτελεί προάγγελο για κάτι εξόχως ευρηματικότερο.

Αξίζει να σημειωθεί πως το ζεύγος Μπούτιτζατζ επέλεξε μια σεμνή τελετή στην Επισκοπική εκκλησία του Σάουθ Μπεντ, της οποίας ο Πιτ αποτελεί μέλος από χρόνια. Ο Μπούτιτζατζ έχει επιδείξει μέχρι στιγμής την ίδια σεμνότητα και στην προεκλογική του εκστρατεία, αρνούμενος να εκμεταλλευτεί την προσωπική του ζωή για να χτίσει πολιτικό κεφάλαιο.

Όμως, ο δρόμος μέχρι τον Λευκό Οίκο θα είναι εξαιρετικά δύσκολος για τον Μπούτιτζατζ.

Τρία χρόνια έχουν περάσει από την σοκαριστική εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ και ο χορός των Δημοκρατικών για το ποιος θα κληθεί να τον αντιμετωπίσει σε ακριβώς έναν χρόνο έχει ανοίξει για τα καλά.

Μεγάλα ονόματα μονομαχούν για το χρίσμα του κόμματος τους, με εκείνο του πρώην Αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν να ξεχωρίζει. Σκληρή μάχη δίνει ξανά ο αντίπαλος της Χίλαρι Κλίντον το 2016, Μπέρνι Σάντερς, ενώ η αποκάλυψη της κούρσας έως τώρα ακούει στο όνομα Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Η πρώην Γερουσιαστής από τη Μασαχουσέτη εμφανίζεται έτοιμη να εκτοπίσει τον Σάντερς από τη θέση του προοδευτικού σημαιοφόρου του κόμματοςκαι να στερήσει από τον Μπάιντεν την τελευταία του ευκαιρία να διεκδικήσει την πιθανότητα να εκλεγεί Πρόεδρος των ΗΠΑ.

Μέχρι σήμερα λοιπόν φαινόταν πως το χρίσμα αποτελούσε κούρσα για τρεις. Ο Πιτ Μπούτιτζατζ όμως, δείχνει να έχει διαφορετική άποψη. Ο τριανταεπτάχρονος εμφανίζει απροσδόκητη δυναμική στις δημοσκοπήσεις, ιδιαίτερα στις πρώτες δύο πολιτείες όπου οι επίδοξοι υποψήφιοι για την Προεδρία θα κληθούν να μονομαχήσουν, την Αϊόβα και το Νιού Χάμσαϊρ. Μάλιστα, στην Αϊόβα προηγείται καθαρά ενώ στο Νιού Χάμσαϊρ εμφανίζει σχεδόν ίσο ποσοστό με τους αντιπάλους του.

Με μια πρώτη ματιά, θα αναρωτιόταν κανείς τι είδους άγνοια κινδύνου απαιτείται για έναν άγνωστο πολιτικό της τοπικής αυτοδιοίκησης ώστε να ανταγωνιστεί αντιπάλους σαν τον Μπάιντεν, τον Σάντερς και τη Γουόρεν, οι οποίοι έχουν πολιτευτεί για δεκαετίες σε εθνικό επίπεδο στην Ουάσινγκτον.

Αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσει πως η υποψηφιότητα του Μπούτιτζατζ συνδυάζει χαρακτηριστικά που είτε λείπουν από τους αντιπάλους του, είτε τα προβάλει πολύ πιο πειστικά.

Αρχικά, ο Μπούτιτζατζ είναι εντυπωσιακά νεότερος από τους αντιπάλους του. Ο Σάντερς—ο οποίος πρόσφατα υπέστη καρδιακή προσβολή—είναι εβδομήντα οκτώ χρονών, ο Μπάιντεν εβδομήντα επτά ενώ η Ελίζαμπεθ Γουόρεν είναι εβδομήντα. Αν μάλιστα κατορθώσει να επικρατήσει των αντιπάλων του, θα μπορεί να παίξει το χαρτί της ηλικίας απέναντι και στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είναι σήμερα εβδομήντα τριών ετών. Το Αμερικανικό εκλογικό σώμα εμφανίζεται ιδιαίτερα ανήσυχο με την προοπτική να κυβερνήσει κάποιος που στη λήξη της θητείας του θα έχει ξεπεράσει τα ογδόντα—ίσως και κατά πολύ.

Επίσης, ο Μπούτιτζατζ εμφανίζεται πολύ δυνατός στο λεγόμενο «προοδευτικό» ακροατήριο. Ως δηλωμένος ομοφυλόφιλος και ανοικτός υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, απολαμβάνει ιδιαίτερη αποδοχή στο προοδευτικό ακροατήριο των Δημοκρατικών, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει σε λαϊκίστικες κορώνες—όπως συχνά κάνει η Γουόρεν, δηλώνοντας πρόσφατα πως οι τρανσέξουαλ και οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά της Αμερικανικής δημοκρατίας». Όμως, σε αντίθεση συγκεκριμένα με τη Γουόρεν και τον Σάντερς, ο Μπούτιτζατζ εμφανίζεται περισσότερο μετριοπαθής στις οικονομικές θέσεις του, υιοθετώντας κεντρώες απόψεις όσον αφορά την οικονομική πολιτική, όντας υποστηρικτής των αξιών του δημοκρατικού καπιταλισμού.

Ο οικονομικός ρεαλισμός του Μπούτιτζατζ μάλιστα αναδεικνύεται σε μια ευτυχέστατη για εκείνον συγκυρία, καθώς μόλις λίγες μέρες πριν ο «πατριάρχης» των Δημοκρατικών, Μπαράκ Ομπάμα, έσφαξε με το γάντι -και χωρίς να κατονομάσει- τους υποψηφίους οι οποίοι υπόσχονται ουτοπικές λύσεις σε δυσεπίλυτα προβλήματα. Αν μάλιστα υπολογίσει κανείς πως ο Μπούτιτζατζ δείχνει να πηγαίνει καλά με το δημογραφική κατηγορία των λευκών αποφοίτων πανεπιστημίου -όπως η Γουόρεν αλλά και ο Σάντερς- τότε μάλλον οι δύο τελευταίοι έχουν αποκτήσει από πουθενά μια σημαντική πρόκληση στο πρόσωπο του τριανταεπτάχρονου, ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος εμφανίζεται πιο κοντά στον Ομπάμα.

Αλλά και ο Τζο Μπάιντεν, η δυναμική του οποίου είναι μάλλον ασθενική, δε θα πρέπει να κοιμάται ήσυχος. Σε αντίθεση με τον πρώην Αντιπρόεδρο, ο Μπούτιτζατζ δεν είναι μέρος του «συστήματος» αλλά παράλληλα χαίρει της εκτίμησης των μεγαλύτερων σε ηλικία ψηφοφόρων των Δημοκρατικών. Οι μετριοπαθείς οικονομικές του θέσεις πλησιάζουν εκείνες του Μπάιντεν, ενώ το στρατιωτικό του παρελθόν αποτελεί μπαλαντέρ καθώς πάντα «πουλάει» στη συντηρητική φράξια των Δημοκρατικών -και όχι μόνο. Φυσικά, τα παραπάνω θα αποτελέσουν πλεονεκτήματά απέναντι στον Τραμπ- ειδικά το εξωσυστημικό χαρτί, που τόσο αξιοποίησε ο νυν Πρόεδρος το 2016.

Από την άλλη πάλι, ο Μπούτιτζατζ έχει και σημαντικότατα μειονεκτήματα ως υποψήφιος. Όντας σχετικά άγνωστος, έχει απόλυτη ανάγκη έστω μία νίκη στις πρώτες δύο πολιτείες ώστε η προεκλογική του εκστρατεία να αποκτήσει μια εθνική δυναμική. Με άλλα λόγια, αν δεν κερδίζει την Αϊόβαή το Νιού Χάμσαϊρ, θα είναι μάλλον αδύνατον να επιβιώσει πολιτικά στην κούρσα. Οι αντίπαλοι του, παρά τα δικά τους μειονεκτήματα, έχουν ισχυρούς μηχανισμούς πίσω τους και θα μπορέσουν να αντέξουν κάποια μέτρια αποτελέσματα —ο Μπούτιτζατζ πρέπει να κερδίσει. Επίσης, υστερεί σημαντικά στους έγχρωμους ψηφοφόρους, γεγονός που θα αποτελέσει πρόβλημα σε πολιτείες όπως η Νότια Καρολίνα που ακολουθούν τις πρώτες δύο μάχες -ενδεικτικά, ο Μπάιντεν «θερίζει» στο εν λόγω δημογραφικό. Κάπως απροσδόκητα, ο Μπούτιτζατζ έχει ένα κάπως ιδιαίτερο μειονέκτημα καθώς κατηγορείται πως είναι υπερβολικά κοντά με τον Μαρκ Ζάκεμπεργκ, και με τις μνήμες της Cambridge Analytica ακόμα νωπές στην ψυχή του Δημοκρατικού κόμματος, ο τριανταεπτάχρονος θα κληθεί σίγουρα να πάρει απόσταση από τον εμπνευστή πίσω από τεχνολογικό κολοσσό του Facebook -αν όχι να τον καταγγείλει δημοσίως.

Τέλος, ο Μπούτιτζατζ θα πρέπει να κρατήσει το δημοσκοπικό του προβάδισμα -πράγμα διόλου εύκολο. Οι εκλογικές διαδικασίες στις ΗΠΑ χαρακτηρίζονται από τις συχνά αδίστακτες- αρνητικές διαφημίσεις, ακόμα και σε εσωκομματικό επίπεδο. Μία από τις προκλήσεις λοιπόν του Μπούτιτζατζ θα είναι να αποδείξει τόσο πως έχει γερό στομάχι απέναντι στις «φίλιες» επιθέσεις των συνυποψηφίων του, όσο και να μπορέσει να περάσει στην αντεπίθεση.

Για να «επιβιώσει» ο Μπούτιτζατζ θα πρέπει να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στον κοινωνικό του προοδευτισμό και την πίστη του στον οικονομικό φιλελευθερισμό, ενώ η καμπάνια του θα πρέπει να κάνει εξαιρετική δουλεία στην Αϊόβα και το Νιού Χάμσαϊρ, «στρατολογώντας» όσο περισσότερους εθελοντές μπορεί, καθώς αυτές οι δύο πολιτείες είναι θέμα ζωής και θανάτου για τον ίδιο—ή «make or break» όπως λατρεύουν να λένε στις ΗΠΑ.

Με μια ματιά στο παρελθόν, η κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών μοιάζει αρκετά με εκείνη του 1988, καθώς δεν υπάρχει ξεκάθαρο φαβορί ενώ οι υποψηφιότητες αλληλοσυμπληρώνονται ιδεολογικά. Τέτοιου τύπου ανοικτές κούρσες κρίνονταιστις λεπτομέρειες, τη διατήρηση της δυναμικής, στα γρήγορα αντανακλαστικά -και συχνά στα μικρά μα καθοριστικά λάθη. Συμπωματικά, το 1988 φαβορί ήταν ξανά ο Τζο Μπάιντεν, όμως ένα περιστατικό λογοκλοπής τον έθεσε αυτόματα εκτός κούρσας, ανοίγοντας τον δρόμο στον Μάικλ Δουκάκη.

Αν λοιπόν ο Μπούτιτζατζ κερδίσει την Αϊόβα και πάει εξίσου καλά στο Νιού Χάμσαϊρ, θα μπορέσει να συνεχίσει -και ιδανικά για εκείνον, να περιμένει κάποιο μεγάλο λάθος.

Αφήστε μια απάντηση