Ελλαδα

Ο Λίαμ Νίσον σε αιματηρή «Ψυχρή Καταδίωξη»


Από τον Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο

 

Με φόντο χιονισμένα τοπία και όπλο τη δίψα του για εκδίκηση, ο Ιρλανδός σταρ πρωταγωνιστεί στο ριμέικ της ταινίας «Με Σειρά Εξαφάνισης», η οποία έρχεται να συνεχίσει την παράδοση των νορβηγικών ταινιών που κάνουν αναπάντεχη επιτυχία στην Ευρώπη, προτού περάσουν τον Ατλαντικό για το χολιγουντιανό τους makeover.

 

Αν φημίζεται για κάτι η Νορβηγία, πέρα από τα μαγευτικά φιόρδ και το μανιασμένο μπλακ μέταλ, είναι τα σποραδικά κινηματογραφικά χιτ που παράγονται εκεί και τα οποία βρίσκουν σύντομα το δρόμο της χολιγουντιανής διασκευής. Ένα από αυτά ήταν το «Με Σειρά Εξαφάνισης» (2014) του έμπειρου Χανς Πέτερ Μόλαντ («Aberdeen», «Η Γη της Επαγγελίας»), το οποίο χάρη στο ευρηματικό σενάριο του Δανού Κιμ Φουπζ Άακεσον και την αισθητική που παρέπεμπε στις ταινίες των αδερφών Κοέν και του Κουέντιν Ταραντίνο κέρδισε το κοινό και την προσοχή των Αμερικανών παραγωγών. Ανάμεσά τους και του Μάικλ Σάμπεργκ του «Pulp Fiction», ο οποίος για ευνόητους λόγους ενθουσιάστηκε με την ταινία του Μόλαντ και του πρότεινε να γυρίσει το αγγλόφωνο ριμέικ. Όπερ και εγένετο…

 

Το νέο στοίχημα

 

Ο Νορβηγός σκηνοθέτης δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ για να δεχτεί την πρόταση, εξάλλου θα είχε ο ίδιος τα δημιουργικά ηνία στη διαδικασία, αλλά και την ευκαιρία να προσθέσει επιπλέον ιδέες στο ριμέικ οι οποίες δεν θα περιορίζονταν στους Κοέν και στον Ταραντίνο, αλλά θα έμπαινε ακόμη περισσότερο στα χωράφια ενός άλλου σπουδαίου δημιουργού… «Προφανώς με τιμά αφάνταστα η ταινία μου να συγκρίνεται με το έργο δύο κορυφαίων σκηνοθετών, όμως εγώ μεγάλωσα βλέποντας και ταινίες του Μπίλι Γουάιλντερ!», σχολιάζει σχετικά ο Μόλαντ και συνεχίζει: «Λατρεύω την έμμεση σκοτεινιά των χαρακτήρων του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αστειεύονται ακόμη και όταν πρόκειται να πεθάνουν, δύο χαρακτηριστικά που ο Γουάιλντερ τα ισορροπεί μοναδικά».

 

Η επιρροή αυτή είναι εμφανής και στις δύο ταινίες, καθώς ο Μόλαντ ξέρει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο μια μακάβρια σκηνή θα ταιριάξει γάντι με τη σωστή κοφτερή ατάκα. Στην «Ψυχρή Καταδίωξη» ο Νορβηγός μπορεί να άλλαξε σεναριογράφο, επιλέγοντας τον πρωτάρη Φρανκ Μπόλντουιν, διατήρησε, όμως, αναλλοίωτο τον πυρήνα της υπόθεσης: Ένας σιωπηλός εκχιονιστής μιας απομονωμένης μικρής πόλης στα Βραχώδη Όρη έχει μόλις ανακηρυχθεί πολίτης της χρονιάς και απολαμβάνει μια ήσυχη ρουτίνα με τη γυναίκα του, μέχρι τη στιγμή που ο γιος του δολοφονείται ανεξήγητα από έναν μυστηριώδη βαρόνο ναρκωτικών.

 

Τότε θέτει ως μοναδικό στόχο της ζωής του την εκδίκηση. Οπλισμένος με ασίγαστη οργή και κάθε θανατηφόρο εργαλείο που έχει στη διάθεσή του, ξεκινά για να εντοπίσει το βαρόνο συνεχίζοντας έναν κύκλο βίας που γρήγορα παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Για το ρόλο του μειλίχιου πλην παθιασμένου εκχιονιστή, ο Μόλαντ χρειαζόταν έναν ηθοποιό ικανό να διαχειριστεί τις λεπτές συναισθηματικές ισορροπίες του, αλλά και τις έντονες σκηνές δράσης, συνδυασμό που βρήκε στον πλέον περιζήτητο action hero των τελευταίων ετών…

 

Ο Ιρλανδός παίρνει τ’ όπλο του

Μιλάμε φυσικά για τον ακούραστο Λίαμ Νίσον, έναν ηθοποιό που έχει αποδείξει πολλάκις την αξία του σε δραματικούς ρόλους. Ενδεικτικά, τη δεκαετία του ’90, στην πρώτη ακμή της καριέρας του, υπήρξε υποψήφιος για Όσκαρ με την αριστουργηματική «Λίστα του Σίντλερ» (1993, Στίβεν Σπίλμπεργκ), ενώ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας για την ερμηνεία του στο «Μάικλ Κόλινς, ο Επαναστάτης» (1996, Νιλ Τζόρνταν). Ξαφνικά όμως, και ενώ είχε μπει για τα καλά στην έκτη δεκαετία της ζωής του, η τρομερή επιτυχία της περιπέτειας «Αρπαγή» (2009, Πιέρ Μορέλ) τον βρήκε να κάνει απότομη στροφή στις επιλογές του, θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο το χαρακτήρα που ενσαρκώνει στην «Ψυχρή Καταδίωξη».

 

Το κοινό λατρεύει να βλέπει τον Νίσον να σώζει τον κόσμο, έτσι η μία action επιτυχία διαδέχεται την άλλη, παρότι ο ίδιος δηλώνει πως η ταινία του Μόλαντ είναι η τελευταία περιπέτεια στην οποία πρωταγωνιστεί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν εντυπωσιάστηκε από την εμπειρία των γυρισμάτων… «Σε αυτήν την ταινία είχα την ευκαιρία να οδηγήσω τρία διαφορετικά εκχιονιστικά! Τι φανταστικά μηχανήματα! Την ίδια στιγμή όμως έμεινα άναυδος από το απίθανο φυσικό τοπίο. Συχνά σκεφτόμουν πως το κοινό δεν θα κοιτάζει καν εμένα στο σινεμά, αλλά θα χαζεύει τα πανύψηλα βουνά πίσω μου». Κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι αδύνατο, διότι η «Ψυχρή Καταδίωξη» δεν αργεί να βάψει κόκκινο το χιόνι και να προσφέρει καταιγιστική και εντελώς απολαυστική δράση με φόντο το αλπικό τοπίο…

 

ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

 

 

Comments: 0

Your email address will not be published. Required fields are marked with *